Ο διάσημος σκηνοθέτης ετοιμάζεται για τα γυρίσματα μιας υπερπαραγωγής τύπου desperado. Πηγαίνει λοιπόν σε ένα μικρό χωριό στο Μεξικό και αναζητεί ντόπιους χωρικούς για κομπάρσους. Στη μέση του χωριού κάτω από την πλούσια σκιά ενός δέντρου κάθεται ένας παραδοσιακός Μεξικάνος με ένα τεράστιο σομπρέρο και απολαμβάνει την σιέστα του. Τον πλησιάζει ο σκηνοθέτης και τον ρωτά:
- Θα σε ενδιέφερε να παίξεις σε μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή ως κομπάρσος;
Ο Μεξικάνος μετά από πέντε λεπτά ανασηκώνει βαριεστημένα το κεφάλι και λέει:
- Και τι πρέπει να κάνω;
- Τίποτα το σπουδαίο, ανταπαντά ο σκηνοθέτης, όταν θα μπει στο χωριό ο πρωταγωνιστής, θα σηκώσεις το κεφάλι, θα τον κοιτάξεις με νόημα και θα ξανακατεβάσεις το κεφάλι. Εντάξει;
Και ο Μεξικάνος:
- Τι εντάξει ρε μεγάλε; Εσύ δεν θέλεις κομπάρσο, εσύ θέλεις κασκαντέρ!
Ήταν ένα αντρόγυνο. Η γυναίκα , ως συνήθως , δούλευε στο σπίτι και ο άντρας πήγαινε στη <<δουλειά του>> , την τηλεόραση του γείτονα . Όταν ανακάλυψε τη δουλεία του άντρα της του ζήτησε να χωρίσουν κι εκείνος της απάντησε:
-Αυτό είναι το ευχαριστώ που δουλεύω υπερωρίες;