Ο διάσημος σκηνοθέτης ετοιμάζεται για τα γυρίσματα μιας υπερπαραγωγής τύπου desperado. Πηγαίνει λοιπόν σε ένα μικρό χωριό στο Μεξικό και αναζητεί ντόπιους χωρικούς για κομπάρσους. Στη μέση του χωριού κάτω από την πλούσια σκιά ενός δέντρου κάθεται ένας παραδοσιακός Μεξικάνος με ένα τεράστιο σομπρέρο και απολαμβάνει την σιέστα του. Τον πλησιάζει ο σκηνοθέτης και τον ρωτά:
- Θα σε ενδιέφερε να παίξεις σε μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή ως κομπάρσος;
Ο Μεξικάνος μετά από πέντε λεπτά ανασηκώνει βαριεστημένα το κεφάλι και λέει:
- Και τι πρέπει να κάνω;
- Τίποτα το σπουδαίο, ανταπαντά ο σκηνοθέτης, όταν θα μπει στο χωριό ο πρωταγωνιστής, θα σηκώσεις το κεφάλι, θα τον κοιτάξεις με νόημα και θα ξανακατεβάσεις το κεφάλι. Εντάξει;
Και ο Μεξικάνος:
- Τι εντάξει ρε μεγάλε; Εσύ δεν θέλεις κομπάρσο, εσύ θέλεις κασκαντέρ!
Ένας δεν αισθάνεται καλά και πάει στον γιατρό για τσεκάπ... Έρχεται ο γιατρός με τα αποτελέσματα.
- Δυστυχώς έχω πολύ κακά νέα. Είσαι βαριά άρρωστος. Σου μένει ελάχιστος χρόνος ζωής!
- Γιατρέ μου! Πόσος χρόνος μου μένει;
- Δέκα.
- Δέκα τι; Χρόνια; Μήνες; Βδομάδες; Τί;
- Δέκα, εννιά, οχτώ, εφτά...