Η γυναίκα καταιδρωμένη στην αγκαλιά το μωρό της, να το ταίζει με το μπιμπερό, να τηγανίζει, το πλυντήριο να πλένει, το φαί στη φωτιά, στίβες ρούχα γιά σιδέρωμα, το άλλο μωρό να κλαίει.
Ο σύζυγος ατάραχος μπαίνει στο σπίτι, κάθεται στη δερμάτινη πολυθρόνα στο σαλόνι, παίρνει μιά εφημερίδα και λέει:
- Ρε γυναίκα δε μπορώ να σε βλέπω έτσι, ΚΛΕΙΣΕ ΤΗ ΠΟΡΤΑ!
Βαράει ένας σουρωμένος τη πόρτα του νεκροτομείου μες την άγρια νύχτα.
Ανοίγει ο φύλακας:
- Τι θες ρεμάλι;
Ο σουρωμένος:
- Κύιε, απεθύνομαι στην υπρεσία σας γιατί λείπω 5 μέρες από το σπίτι και άρχισα να ανησχώ.