Ο Σήφης πάει σ ένα κρητικό γλέντι.
Μια στιγμή ακούγεται μια φωνή.
- Ε μωρέ Σήφη, πες μας δα κι εσύ μια μαντινάδα.
Ο Σήφης παίρνει ύφος.
- Μέσα στη χέρα μου κρατώ
χώμα του Ψηλορείτη
να το σκορπώ όπου πατώ
για να μυρίζει Κρήτη, ανοξείδωτον.
- Ωραία μαντινάδα Σήφη αλλά γιάντα τό πες αυτό το τελευταίο ;
- Δε κατέχω, ετσά έγραφε στο μαχαίρι
Σούρουπο κι ένας μικρός, φανερά ικανοποιημένος, κοιτάει προς τη Δύση. Το βλέπει ένας περαστικός κι εκφράζει το θαυμασμό του.
- Καταπληκτικό για ένα παιδί. Να βλέπει με τόση λαχτάρα το ηλιοβασίλεμα!
Κι ο μικρός:
- Δεν είναι ηλιοβασίλεμα, κύριε. Το σχολείο μου είναι που καίγεται!