Τρεις καουμπόυδες κάθονταν ένα βράδυ γύρω από τη φωτιά και συζητάγαν για τα κατορθώματά τους. Λέει ο πρώτος:
- Χθες που περπάταγα στο μονοπάτι του Νεκρού, από κάτω από μια πέτρα βγαίνει ένας κροταλίας 4 μέτρα. Τον αρπάζω, του δαγκώνω και του κόβω το κεφάλι και του ρουφάω όλο το δηλητήριο. Και όπως βλέπετε είμαι εδώ και σας το λέω.
- Αυτό δεν είναι τίποτα, λέει ο δεύτερος. Εγώ την περασμένη εβδομάδα πέρναγα έξω από τη φάρμα του Μπιλ. Εκείνη την ώρα το είχε σκάσει ένας ταύρος 250 κιλά, ο οποίος είχε σκοτώσει το Μπιλ, τη γυναίκα του και 3 περαστικούς. Εγώ τον αρπάζω από τα κέρατα, τον γυρνάω ανάποδα και του δένω τα πόδια για να μην πειράξει κανέναν άλλο.
Ο τρίτος παρέμενε σιωπηλός, σκαλίζοντας τα κάρβουνα με το πουλί του.
Ένας αστυνομικός στην Εθνική οδό, έλεγχε την ταχύτητα των αυτοκινήτων. Εκείνη την ώρα ο Αρχιεπίσκοπος βρισκόταν στην περιοχή, μαζί με τον σοφέρ του. Ο σοφέρ είχε ζαλιστεί λίγο και ζήτησε από τον Χριστόδουλο να οδηγήσει εκείνος, ο Χριστόδουλος, καλόκαρδος, δέχτηκε. Εντωμεταξύ ο αστυνόμος πήγαινε να τρελαθεί και αυτό γιατί από μπροστά του είχαν περάσει διαδοχικά ο Σημίτης και ο Καραμανλή με τα αμάξια τους και τους σοφέρ τους. Ο αστυνόμος παίρνει τηλέφωνο το διοικητή του και τον ρωτάει αν πρέπει να τους σταματήσει. Ο διοικητής λέει όχι γιατί τους επίσημους δεν τους σταματάμε ποτέ. Γυρίζει ο αστυνόμος να κοιτάξει τον δρόμο και τι να δει τον Χριστόδουλο να οδηγεί το αμάξι και στις πίσω θέσεις κάποιον να είναι ξαπλωμένος, παίρνει αμέσως τον διοικητή και τον ρωτάει είπατε τους διάσημους δεν τους σταματάμε τους διάσημους με σοφέρ το Χριστόδουλο τι τους κάνουμε.