Η γεροντοκόρη μένει μόνη της και για συντροφιά της έχει ένα παλιό πιάνο. Μια και δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει, κάθεται συχνά εμπρός από το πιάνο της και χτυπά τα πλήκτρα.
Ένα απόγευμα, την ώρα που παίζει, το κουδούνι της χτυπά. Αιφνιδιασμένη που έχει επισκέψεις, ανοίγει την πόρτα και βλέπει έναν γοητευτικό νεαρό άνδρα.
- Καλησπέρα σας, την προλαβαίνει ο νεαρός.
- Καλησπέρα, τι θα θέλατε;
- Είμαι ο κουρδιστής πιάνων. Ήρθα για το πιάνο σας, λέει χαμογελαστά.
- Μα εγώ δεν κάλεσα κανέναν κουρδιστή πιάνων.
- Το ξέρω κυρία μου. Οι γείτονές σας με κάλεσαν!
Γυρνάει μία κοπέλα από το ραντεβού της, τελείως καταπτοημένη.
- Τι έχεις; ρωτά η μητέρα της. Χωρίσατε;
- Όχι, αντίθετα! Ο Αντώνης μου ζήτησε να τον παντρευτώ!
- Και γιατί στενοχωριέσαι;
- Γιατί μου είπε επίσης ότι είναι άθεος. Μαμά, δεν πιστεύει καν ότι υπάρχει Κόλαση!!!
- Παντρέψου τον. Και μην φοβάσαι, θα του δείξουμε πόσο άδικο έχει!!