Η γεροντοκόρη μένει μόνη της και για συντροφιά της έχει ένα παλιό πιάνο. Μια και δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει, κάθεται συχνά εμπρός από το πιάνο της και χτυπά τα πλήκτρα.
Ένα απόγευμα, την ώρα που παίζει, το κουδούνι της χτυπά. Αιφνιδιασμένη που έχει επισκέψεις, ανοίγει την πόρτα και βλέπει έναν γοητευτικό νεαρό άνδρα.
- Καλησπέρα σας, την προλαβαίνει ο νεαρός.
- Καλησπέρα, τι θα θέλατε;
- Είμαι ο κουρδιστής πιάνων. Ήρθα για το πιάνο σας, λέει χαμογελαστά.
- Μα εγώ δεν κάλεσα κανέναν κουρδιστή πιάνων.
- Το ξέρω κυρία μου. Οι γείτονές σας με κάλεσαν!
Πάει ένας μάγκας στο καφενείο και λέει στον καφετζή:
- Θέλω ένα καφέ ούτε πολύ γλυκό ούτε πολύ πικρό. Να το πετύχεις τσααααακ... στη μέση.
- Μάλιστα.
- Θέλω επίσης κουλουράκια ούτε πολλά ούτε λίγα. Τσααααακ...στη μέση. Αλλά δεν θέλω να έχουν ούτε πολύ ούτε λίγο σουσάμι. Τσααααακ...στη μέση.
- Μάλιστα.
Περνάει ώρα, άδειασε το μαγαζί, αλλά ο καφές δεν έχει έρθει.
Ρωτάει ο μάγκας τον καφετζή:
- Πού είναι ο καφές και τα κουλουράκια μου;
- Κοιτάξτε, κύριε, εγώ δεν σας έγραψα ούτε αριστερά ούτε δεξιά. Τσααααακ...στη μέση.