Ήταν μια φορά ένα αντρόγυνο που ήθελε να αγοράσει σπίτι στην εξοχή. Όμως η γυναίκα δεν πήγαινε και κάποια φορά έστειλε γράμμα στον ιερέα που πουλούσε το σπίτι, να της περιγράψει το WC. Ο καημένος ο ιερέας ήταν χωριάτης και νόμισε πως WC είναι η καθολική εκκλησία της περιοχής. Της έγραψε λοιπόν ένα γράμμα που έλεγε τα εξής:
"Το μέρος γενικά είναι ευρύχωρο και εκατοντάδες άνθρωποι εισέρχονται μέσα και όταν βγαίνουν είναι ικανοποιημένοι. Πολυέλαιοι και κεριά παντού ενώ ότι δίνεται πηγαίνει κατευθείαν στους φτωχούς και άστεγους συνανθρώπους μας".
Μπαίνει ένας πολύ περίεργος τύπος σε ένα εστιατόριο και κάθεται απέναντι από έναν μεθυσμένο.
Φωνάζει το γκαρσόνι:
- Φέρτε μου ένα κοτόπουλο Γαλλίας.
Πάει το γκαρσόνι, λέει την παραγγελία στον μάγειρα:
- Δεν έχω Γαλλίας, λέει ο μάγειρας. Θα του βάλω κοτόπουλο από τα Γιάννενα.
Το πάει το γκαρσόνι στον περίεργο τύπο, το μυρίζει αυτός και λέει:
- Καλά, για χαζό με περνάτε; Εγώ ζήτησα κοτόπουλο Γαλλίας, όχι από τα Γιάννενα!
Το πάει πίσω το γκαρσόνι.
Ο μάγειρας έχει πεισμώσει και στέλνει στον τύπο ότι έχει.
Κοτόπουλο από το Νεοχώρι, την Αθήνα, την Αρτα, την Ιταλία, την Βραζιλία.
Ο τύπος τα μυρίζει, καταλαβαίνει από που είναι, και τα στέλνει όλα πίσω.
Σηκώνεται ο μεθυσμένος, πάει στον τύπο σκουντουφλώντας από το μεθύσι και λέει:
- Ρε φιλαράκι, δεν μυρίζεις και εμένα; Γιατί δεν θυμάμαι που μένω!