Μπαίνει ένας πολύ περίεργος τύπος σε ένα εστιατόριο και κάθεται απέναντι από έναν μεθυσμένο.
Φωνάζει το γκαρσόνι:
- Φέρτε μου ένα κοτόπουλο Γαλλίας.
Πάει το γκαρσόνι, λέει την παραγγελία στον μάγειρα:
- Δεν έχω Γαλλίας, λέει ο μάγειρας. Θα του βάλω κοτόπουλο από τα Γιάννενα.
Το πάει το γκαρσόνι στον περίεργο τύπο, το μυρίζει αυτός και λέει:
- Καλά, για χαζό με περνάτε; Εγώ ζήτησα κοτόπουλο Γαλλίας, όχι από τα Γιάννενα!
Το πάει πίσω το γκαρσόνι.
Ο μάγειρας έχει πεισμώσει και στέλνει στον τύπο ότι έχει.
Κοτόπουλο από το Νεοχώρι, την Αθήνα, την Αρτα, την Ιταλία, την Βραζιλία.
Ο τύπος τα μυρίζει, καταλαβαίνει από που είναι, και τα στέλνει όλα πίσω.
Σηκώνεται ο μεθυσμένος, πάει στον τύπο σκουντουφλώντας από το μεθύσι και λέει:
- Ρε φιλαράκι, δεν μυρίζεις και εμένα; Γιατί δεν θυμάμαι που μένω!
Κάποτε ένας πεινασμένος μπαίνει σε ένα εστιατόριο να φάει κάτι. Τα χρήματα του όμως του φτάνουν για μια σαλάτα και μια φέτα ψωμί.
Τα παραγγέλλει, τρώει, αλλά που να χορτάσει.
Διπλά του ένας τύπος διαβάζει την εφημερίδα του διάπλατα.
Μπροστά του ένα πιάτο αχνιστό σούπα. Κοιτάζει ο πεινάλας και τρέχουν τα σάλια του. Παίρνει το κουτάλι και κρυφά τρώει μια κουταλιά, ο άλλος δεν δίνει σημασία ξανά άλλη κουταλιά τα ίδια.
Παίρνει το πιάτο μπροστά του και αρχίζει να τρώει την σούπα. Στην τελευταία κουταλιά βλέπει μια μεγάλη μύγα τις λεγόμενες, οπότε αηδιάζει και τα βγάζει όλα μέσα στο πιάτο.
Κλείνει ο άλλος την εφημερίδα και του λέει: και εγώ εκεί είχα φτάσει.