Ο Μπόμπος με τον πατέρα του, είχαν πάει βόλτα στην πόλη. Ο Μπόμπος, ήταν μικρός και ρωτούσε συνέχεια τον μπαμπά του για τα διάφορα που έβλεπε.
- "Μπαμπά, τι είναι αυτό;"
- "Νοσοκομείο είναι παιδί μου", του απαντούσε ο μπαμπάς του.
- "Μπαμπά, τι είναι εκείνο;"
- "Σχολείο είναι παιδί μου."
Κάποια στιγμή, πέρασαν και από ένα οίκο ανοχής.
- "Μπαμπά τι είναι αυτό;", ρωτάει ο μικρός.
- "Αυτό, είναι το σπίτι που ευφραίνονται".
Την άλλη μέρα ο Μπόμπος το σκάει από το σπίτι του και πάει στον οίκο ανοχής. Μπαίνει μέσα και λέει:
- Ήρθα να ευφρανθώ!!
- Όχι, είσαι μικρός του απαντάει η υπάλληλος.
-Όχι δεν φεύγω , λέει ο Μπόμπος.
- Καλά, του λέει αυτή, θέλεις μια φέτα με μέλι;
-Θέλω, λέει αυτός και την τρώει.
- Αλλη θες;
- Θέλω!!
- Τρίτη θέλεις;;
- Θέλω, λέει ο Μπόμπος όμως δεν μπόρεσε να την φάει και γλύφει μόνο το μέλι. Στο μεταξύ ο πατέρας του είχε τρελαθεί να τον ψάχνει. Στο τέλος τον βρίσκει έξω από τον οίκο ανοχής.
- Μπόμπο!! Τι έκανες εκεί μέσα;;
Και ο Μπόμπος:
- Πατέρα, τις δύο τις κατάφερα! Την τρίτη... της πάτησα ένα γλείψιμο!!!
Στις 3:00 η ώρα τα ξημερώματα χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι ενός ζαχαροπλάστη.
- Εμπρός; Ποιος είναι; ρωτάει νυσταγμένος ο ζαχαροπλάστης.
-Δε μου λέτε σας παρακαλώ, τι ώρα ανοίγετε το μαγαζί το πρωί;
- Στις οχτώ, απαντάει ο ζαχαροπλάστης. Θέλετε κάτι;
- Ναι, να μη με ξεχάσετε μιαμ..μιαμ..σλουρπ, απαντάει ο άγνωστος και κλείνει το τηλέφωνο.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και να το τηλέφωνο ξαναχτυπάει.
- Ποιος είναι πάλι ρωτάει φανερά εκνευρισμένος ο ζαχαροπλάστης.
- Εγώ είμαι πάλι, απαντάει ο άγνωστος, μη με ξεχάσεις το πρωί..μιαμ..μιαμ..σλούρπ.
- Σου δίνω το λόγο μου ότι θα είσαι ο πρώτος που θα μπεις το πρωί στο μαγαζί, απαντάει καθησυχαστικά ο ζαχαροπλάστης μπας και ξεφορτωθεί το νυχτερινό μπελά.
- ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΠΩ...ΜΙΑΜ..ΜΙΑΜ...ΝΑ ΒΓΩ ΘΕΛΩ!!!