Ταξιδεύανε για ώρες και κανείς απ το ζευγάρι δεν άνοιγε το στόμα του να πει λέξη. Η
προηγούμενη συζήτησή τους είχε καταλήξει σε διαφωνία και κανείς δεν ήθελε να
υποχωρήσει. Κάποια στιγμή περάσανε κι από ένα αγρόκτημα, όπου έβοσκαν κάτι γαϊδούρια
και μουλάρια.
- Μέλη της οικογένειάς σου; ρωτάει ο άντρας καγχάζοντας.
- Ναι, απαντάει η γυναίκα. Παντρεύτηκα μακρινό συγγενή τους.
Περπατάει η Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος και βλέπει τον κακό λύκο σκυμμένο σε ένα θάμνο. Του λέει:
- Τι ωραία μάτια που έχεις, θέλεις να παίξουμε;
- Aσε με, ρε κορίτσι μου, λέει ο λύκος.
- Α, λύκε, τι ωραία αυτιά που έχεις, θέλεις να παίξουμε;
- Κάνε μου τη χάρη φύγε από εδώ.
- Α, λύκε, τι ωραίο στόμα που έχεις, θέλεις να παίξουμε;
- Τι θα γίνει, ρε κορίτσι μου, θα φύγεις να με αφήσεις να χέσω;