Όταν ακόμα η πλατεία Ομόνοιας, είχε γκαζόν, ένας Ελληνοαμερικάνος ήθελε από την Αθήνας, να πάει στη 3η Σεπτεμβρίου.
Έλα όμως που βαριόταν να κάνει το γύρω της πλατείας. Σκέφτεται λοιπόν, να πάρει φόρα και να πηδήξει απέναντι.
Πηδώντας όμως, έπεσε μέσα στο γκαζόν.
Τον πλησιάζει ένας αστυνομικός και του λέει:
- "Κύριε, απαγορεύεται να πατάτε στο γκαζόν. Θα σας κόψω πρόστιμο 500 δρχ."
- "Μα τι λέτε τώρα κύριε Πόλιτσμαν; Μόνο 500 δρχ; Εμείς στο Αμέρικα, αν πατήσουμε πράσινο πληρώνουμε 500$!"
- "Και εμείς χιλιάρικο το είχαμε, αλλά δε πάταγε κανένας!"
Μια μέρα προχωρούσε ο μπαμπάς με τον γιο του στο δρόμο και ξαφνικά βλέπει ο μικρός ένα σπουργιτάκι χάμω με τα ποδαράκια του ψηλά.
Ρωτάει τον μπαμπά του:
- Tι έπαθε το σπουργιτάκι;
- Πέθανε, του λέει ο μπαμπάς.
- Και γιατί έχει τα ποδαράκια του πρός τον ουρανό;
- Έτσι θα έρθει ο Χριστούλης και θα το πιάσει πιο εύκολα να το ανεβάσει στον παράδεισο, λέει ο μπαμπάς του.
Την άλλη μέρα παίρνει ο μικρός τηλέφωνο στο γραφείο τον πατέρα του και μες το κλάμα του λέει:
- H μαμά πήγε να πεθάνει σήμερα.
- Τι έγινε παιδί μου; του λέει ο μπαμπάς.
- Ήταν ξαπλωμένη με τα πόδια ψηλά και φώναζε: "Χριστέ μου, έρχομαι!" Και ευτυχώς που έπεσε από πάνω της ο γαλατάς, που ήταν εκεί, και την κράτησε, αλλιώς θα είχε φύγει κι όλας.