Περπατούσε μια γριούλα στο δρόμο με τη τσάντα της στο χέρι. Ξαφνικά εκεί που προχωρούσε η καημένη στο δρόμο της, βγαίνει ένας τσαντάκιας και της βουτάει τη τσάντα, με όλα της τα λεφτά μέσα.
Όμως, ο τσαντάκιας δεν προλαβαίνει να κάνει ένα βήμα και πετάγεται από ένα θάμνο εκεί δίπλα ένας πράσινος μασκοφόρος και με ένα αριστερό κροσέ, τον σωριάζει κάτω και δίνει τη τσάντα στη γριούλα.
Τότε η γριούλα αρχίζει να τον ευλογεί:
- "Ευχαριστώ παιδάκι μου. Να `σαι καλά. Πες μου το όνομα σου καλέ μου άνθρωπε."
- "Με λένε Χελωνονιτζάκι, γιαγιούλα."
- "Α, ωραία. Και εγώ από την Κρήτη είμαι σύντεκνε."
Ένας Κρητικός ( από την Κρήτη ) πηγαίνει στο αεροδρόμιο , περνά από τον ανιχνευτή μετάλλων και ακούγεται " Ντιννν " .
Υπάλληλος στον Κρητικό : " Αφαιρέστε όλα τα μεταλλικά αντικείμενά σας " . Βγάζει ο Κρητικός κέρματα , ζώνες κλπ , περνά ξανά από το μηχάνημα και ακούγεται ξανά " Ντιννν " .
Υπάλληλος : Τα βγάλατε όλα ;
Εκτός από το κομπιουτεράτσι , λέει ο Κρητικός και βγάζει μια πιστόλα Κρητική .
Υπάλληλος : Μα , αυτό δεν είναι κομπιουτεράτσι αλλά όπλο !
Κρητικός : Ναι , αλλά εμείς στην Κρήτη με αυτό λύνουμε τους λογαριασμούς μας .