Στην αίθουσα αναμονής μιας μαιευτικής κλινικής ένας τύπος καπνίζει σαν φουγάρο, με μάτια κρεμασμένα και κόκκινα από την αϋπνία, και κάνει βόλτες πάνω κάτω την αίθουσα.
Ξαφνικά, η πόρτα της αίθουσα ανοίγει και η νοσοκόμα που σκάει μύτη, κοιτάζει μια κατάσταση με ονόματα και λέει:
- Ο κύριος Πετρίδης;
Ο τύπος παρατάει το τσιγάρο και με προσδοκία λέει:
- Ναι;
- Συγχαρητήρια, είναι αγόρι. Αυτή τη στιγμή είναι στο θάλαμο τρία μαζί με όλα τα άλλα μωρά. Μπορείτε να πάτε να το δείτε.
Ο κύριος Πετρίδης, βουτάει έξω από την αίθουσα, διασχίζει τους διαδρόμους, φτάνει στην αίθουσα τρία, και εκεί σταματάει στιγμιαία για να πανικοβληθεί. Η αίθουσα είναι γεμάτη με κούνιες με νεογέννητα που κλαίνε αλύπητα. Ένας γιατρός με μια κατάσταση ονομάτων στο χέρι στέκεται στη γωνιά διαβάζοντας την.
Ο κύριος Πετρίδης φορτσάρει προς τον γιατρό, τον βουτάει από το γιακά και αρχίζει να φωνάζει με ανυπομονησία:
- Που είναι ο γιος μου, θέλω να δω τον γιο μου ...
- Ο κύριος Πετρίδης; ρωτάει ατάραχος ο γιατρός.
- Ναι.
Πριν προλάβει να αρθρώσει νέα αιτήματα ο κύριος Πετρίδης, ο γιατρός πλησιάζει μια πιο παρακεί κούνια, βουτάει με δύναμη το βρέφος από μέσα, το φέρνει δύο γύρες πάνω από το κεφάλι του για να αποκτήσει αρκετή ταχύτητα, το κοπανάει με φοβερή δύναμη στον κοντινότερο τοίχο, και ενώ το μωρό έχει αρχίσει να αιμορραγεί, το πετάει κάτω και αρχίζει να το πατάει με μίσος στο κεφάλι, με φανερό σκοπό να του λιώσει το κρανίο ...
Ο γιατρός σταματάει απότομα, και γυρίζει στον αποσβολωμένο κύριο Πετρίδη:
- Φοβήθηκες κουφάλα, ε; Πεθαμένο ήταν.
Ένας παπάς αποφάσισε μια Κυριακή για να πάει για κυνήγι αρκούδας. Καθώς περπατούσε, περπατούσε εις το δάσος όταν ο λύκος δεν ήταν εκεί, βλέπει από μακριά μια αρκούδα. Πλησιάζει σιγά-σιγά εκεί που αρκούδα έπινε νερό. Όμως, μη γνωρίζοντας περί ανέμων και πως οι αρκούδες μπορούν να σε
μυρίσουν στα πενήντα μέτρα, μόλις πλησίασε πολύ, η αρκούδα γύρισε να τον αντιμετωπίσει. Πολλοί ίσως να μην ξέρετε πως παρόλο που οι αρκούδες έχουν ένα άλφα όγκο και κάποια βήτα κιλά, είναι πολύ γρήγορα ζώα και εύκολα μπορούν να κυνηγήσουν έναν άνθρωπο στην ευθεία. Και έτσι κι έγινε. Η αρκούδα άρχισε να τρέχει κατά πάνω του, ο παπάς άρχισε να γίνεται παπα-σούζας. Μπροστά ο παπάς, πίσω η αρκούδα, αρχίζει ο παπάς να κατεβαίνει το βουνό με πόδια στους ώμους. Για κακή του τύχη όμως, σκοντάφτει σε μία ρίζα δέντρου, τρώει μια σούπα, φέρνει κάτι κουτρουβάλες και πάει και πέφτει σε ένα τεράστιο βράχο, σπάζοντας τα πόδια του. Η αρκούδα τώρα έχει τον έλεγχο του παιχνιδιού. Πλησιάζει τον παπά, έτοιμη να τον κάνει κομματάκια και να φωνάξει και τις φίλες της για μπάρμπεκιου.
Ο παπάς, μέσα στον πόνο του και την τρομάρα του, αρχίζει να προσεύχεται: "Θεέ μου, συγγνώμη που σήμερα βγήκα για να κυνηγήσω αρκούδες. Σε
παρακαλώ, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό και εκπλήρωσέ μου μια ευχή. Κάνε αυτή την αρκούδα να δει τις αξίες του Χριστιανισμού και να γίνει αμέσως
ένας καλός Χριστιανός."
Με το που το λέει αυτό ο παπάς, η αρκούδα πέφτει στα γόνατά της, σκύβει το κεφάλι ευλαβικά μπροστά στον παπά και λέει: "Σε ευχαριστώ Κύριε για το φαγητό που μου προσφέρεις σήμερα ..."