Ήταν ένας τύπος, ναυαγός σε ένα νησί για κάνα δύο χρόνια. Μια μέρα βλέπει μια γυναικάρα με στολή κατάδυσης να ξεπροβάλει από τη θάλασσα και να τον πλησιάζει με βήμα λικνιστικό. Απορημένος αυτός τρέχει κοντά της:
- Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;
- Δεν μου λες παίδαρε, από πότε έχεις να καπνίσεις;
- Ε, δεν θα ναι και δύο χρόνια;
Ανοίγει τότε αυτή μια τσέπη της στολής και του δίνει ένα πακέτο τσιγάρα.
- Και δεν μου λες παίδαρε, από πότε έχεις να πιεις;
- Ε, δεν θα ναι και δύο χρόνια;
Ανοίγει τότε αυτή μία άλλη τσέπη της στολής και και του δίνει ένα μπουκάλι κρασί.
Αρχίζοντας να κατεβάζει το φερμουάρ της στολής:
- Και δεν μου λες παίδαρε, από πότε έχεις να διασκεδάσεις πραγματικά;
- Μην μου πεις ότι έχεις εκεί μέσα μπαστούνια του γκολφ, γιατί θα τρελαθώ !!!
Είναι ένα ζευγάρι ηλικιωμένων και βλέπουν τηλεόραση στο σπίτι. Σηκώνεται ο παππούς να πάει στην κουζίνα και του λέει η γιαγιά:
- Όπως θα έρχεσαι φέρε μου ένα γιαούρτι.
Επιστρέφει αυτός μετά από λίγο με ένα τόστ.
Γυρνάει λοιπόν η γιαγιά και του λέει:
- Α, ρε Μήτσο, ξεκούτιανες... Που είναι τα αυγά που σου είπα;