Σε ένα σκυλάδικο εκεί που φούντωσε το κέφι, χορός και πολύ ομίχλη από τα
γύψινα πιάτα που σπάζανε, κάποιος αντιλαμβάνεται ότι έχασε το πορτοφόλι του.
Ανεβαίνει λοιπόν γεμάτος αγωνία στη σκηνή πιάνει το μικρόφωνο και λεει.
«Παιδιά προσοχή, ένα, δυο, τρία, ακούγομαι; Ένταξη. κατά την διάρκεια της
νύχτας ίσως πριν από λίγο, εδώ μέσα έχασα το πορτοφόλι μου με χίλια εύρο
μέσα. προσφέρω τα πενήντα σε αυτόν που θα μου το επιστρέψει»
Και μια φωνή από το βάθος της αίθουσας «Εγώ προσφέρω εκατόν πενήντα...»
Και ένας άλλος από την μπροστινή σειρά τραπεζιών «Eγώ προσφέρω τα μισά»
Ήταν δυο ψαράδες και ψάρευαν.
Ο ένας έπιανε καθημερινά από καμία δεκαπενταριά ψάρια ενώ ο άλλος όσο κι αν προσπαθούσε δεν κατάφερνε με τίποτα να πιάσει.
Όμως αυτός που έπιανε τα ψάρια, μετά τα ξαναπετούσε στο νερό.
Μια μέρα του λέει ο άλλος ψαράς:
- Ρε, φίλε σε βλέπω τόσο καιρό που πιάνεις πολλά ψάρια, αλλά μετά τα ξαναπετάς στο νερό, ενώ εγώ που έχω και πέντε παιδιά να θρέψω δεν πιάνω κανένα. Γιατί ψαρεύεις, αφού τα πετάς πάλι στο νερό;
- Να, δεν μου αρέσουν τα ψάρια. Εμένα η διαδικασία του ψαρέματος μου αρέσει. Αλήθεια, εσύ γιατί έκανες τόσα παιδιά αφού δεν έχεις να τα θρέψεις;
- Κι εμένα η διαδικασία μου άρεσε όταν τα έκανα.