Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων και του είπε:
- Γιέ μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δυο λύκους που έχουμε όλοι μέσα μας. Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονία, η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.
Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.
Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:
- Και ποιος λύκος νικάει;
Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:
- Αυτός που ταΐζεις.
Καταιγίδα! Χαλάει ο κόσμος. Αστροπελέκια, βροχή, αέρας να λυγίζει τα
δέντρα και όλα τα σχετικά μιας αξιοπρεπούς καταιγίδας. Μια μαμά βάζει
το παιδάκι της στο κρεβάτι, του δίνει ένα φιλί κι ότι είναι έτοιμη να
σβήσει το φως, της λέει ο γιος της, με τρεμάμενη φωνή:
- Μαμά, θέλω να κοιμηθείς μαζί μου απόψε.
- Δεν μπορώ, αγάπη μου, λέει η μαμά, αγκαλιάζοντας τον μ ένα
καθησυχαστικό χαμόγελο. Πρέπει να κοιμηθώ με τον μπαμπά σου.
Μετά από μακριά σιωπή, λέει ο μικρός, πάλι με τρεμάμενη φωνή:
- Φοβάται περισσότερο από μένα, ο παλιοχέστης!