Πεθαίνει μια μέρα ένας χασικλής και πάει εκεί που πάνε οι ψυχές. Τον παίρνει ο Aγιος Πέτρος και πάει να του δείξει την κόλαση και μετά τον παράδεισο για να αποφασίσει που θα πάει να. Μπαίνουν στην κόλαση και τη να δουν... Όλο καναβουριές 4 και 5 μέτρα ύψος. Τρελάθηκε ο χασικλής. Εδώ του λέει θα με αφήσεις. Μα.... του λέει και ο Aγιος να δεις και τον παράδεισο... όχι λέει αυτός εδώ θέλω. Καλά του λέει και ο Aγιος και φεύγει. Κάθεται και ο φίλος μας φτιάχνει ένα τρίφυλλο μπουρί, ψάχνει όμως για φωτιά άλλα δεν έχει. Σταματάει έναν που πέρναγε εκείνη την ώρα από εκεί και του ζητάει φωτιά. Τη λες ρε φίλε, του λέει και ο περαστικός, άμα είχαμε εδώ φωτιά θα ήταν παράδεισος.
Δευτέρα πρωί: Ο Γιάννης πηγαίνει στη δουλειά του. Περνώντας από ένα σημείο στο κέντρο, διασταυρώνεται με έναν τύπο που του πιάνει το μάγουλο και του λεει ναζιάρικα: "Κερατούκλη!!!"
Τρίτη πρωί: Το ίδιο.
Για να μην τα πολυλογούμε αυτό συνεχίστηκε όλη την εβδομάδα.
Την Παρασκευή το βράδυ ο Γιάννης λέει στη γυναίκα του πριν πλαγιάσουν:
- Βρε γυναίκα, κάθε πρωί που πηγαίνω στη δουλειά συναντώ στο δρόμο έναν τύπο που μου πιάνει το μάγουλο και μου λεει σα να με κοροϊδεύει: "Κερατούκλη".
- Μη δίνεις σημασία, Γιάννη μου. Κανένας τρελός θα είναι...
- Καλά λες, παρατηρεί ο Γιάννης. Και πολύ κάθισα και ασχολήθηκα...
Την άλλη βδομάδα, τη Δεύτερα το πρωί να 'τον πάλι τον τύπο. Πιάνει κατά τα γνωστά το Γιάννη από το μάγουλο και του λεει: "Κερατούκλη!!! Είσαι και μαρτυριάρης..."