Δευτέρα πρωί: Ο Γιάννης πηγαίνει στη δουλειά του. Περνώντας από ένα σημείο στο κέντρο, διασταυρώνεται με έναν τύπο που του πιάνει το μάγουλο και του λεει ναζιάρικα: "Κερατούκλη!!!"
Τρίτη πρωί: Το ίδιο.
Για να μην τα πολυλογούμε αυτό συνεχίστηκε όλη την εβδομάδα.
Την Παρασκευή το βράδυ ο Γιάννης λέει στη γυναίκα του πριν πλαγιάσουν:
- Βρε γυναίκα, κάθε πρωί που πηγαίνω στη δουλειά συναντώ στο δρόμο έναν τύπο που μου πιάνει το μάγουλο και μου λεει σα να με κοροϊδεύει: "Κερατούκλη".
- Μη δίνεις σημασία, Γιάννη μου. Κανένας τρελός θα είναι...
- Καλά λες, παρατηρεί ο Γιάννης. Και πολύ κάθισα και ασχολήθηκα...
Την άλλη βδομάδα, τη Δεύτερα το πρωί να 'τον πάλι τον τύπο. Πιάνει κατά τα γνωστά το Γιάννη από το μάγουλο και του λεει: "Κερατούκλη!!! Είσαι και μαρτυριάρης..."
Ήταν δύο παιδιά τον έναν τον έλεγαν Σκάσε και τον άλλον Τρόπο. Μια μέρα τα δύο παιδιά πήγαιναν βόλτα. Για μια στιγμή λέει ο Τρόπος στον Σκάσε:
- "Σκάσε θέλω να κατουρήσω."
- "Να, πήγαινε εκεί στη γωνία να κατουρήσεις", του λέει.
Καθώς ο Τρόπος κατουράει περνάει ένας μπάτσος και ρωτάει τον Σκάσε:
- "Πώς σε λένε παιδί μου;"
- "Σκάσε", του λέει.
- "Παιδί μου σε ρώτησα πως σε λένε;"
- "Ε! Σκάσε", του λέει ξανά.
- "Που είναι ο τρόπος σου παιδί μου", τον ρωτάει ο αστυνομικός;
- "Εκεί στη γωνία κατουράει!"