Ο Θεός ρίχνει μια ματιά στη γη και βλέπει σε μια χώρα της Αφρικής τους ανθρώπους σε άθλια κατάσταση: μικρά παιδιά να πεθαίνουν από πείνα και αρρώστειες που στον αναπτυγμένο κόσμο έχουμε ξεχάσει, μεγάλους εξαϋλωμένους, με πληγωμένα κορμιά από μολύνσεις και γύρω τους ερημωμένη γη και καταστροφή.
Ρωτά γιατί συμβαίνει αυτό και οι άγγελοι του απαντούν πως ο ίδιος αποφάσισε παλιά ότι έτσι πρέπει να γίνεται για να τιμωρηθεί το ανθρώπινο γένος για το προπατορικό αμάρτημα.
Ο Θεός αποκρίνεται απορημένος: Μα εγώ πλάκα έκανα. Ξανακοιτάζει στη γη και λίγο πιο πάνω στην υδρόγειο βλέπει κάτι καθολικούς ιερείς που περνούσαν ζωή χαρισάμενη.
Ρωτά πάλι ξαφνιασμένος τώρα: αυτοί γιατί δεν υποφέρουν;
Και η απάντηση: Αυτοί Πανάγαθε το ξέρανε ότι έκανες πλάκα...
Mια οικογένεια είχε ένα πρόβατο που το λέγαν Xρυσομπουρμπούλι και θέλαν να το σφάξουν να το φάνε...
Τελευταία στιγμή το μετάνιωσαν.
Τι να το κάνουν, τι να το κάνουν;
Λένε:
- Θα το πάμε να το αφήσουμε στην πόλη.
Έτσι κι έγινε.
Την άλλη μέρα, όταν πήγαν να δουν αν είχε πάρει κανείς το Xρυσομπουρμπούλι, το Xρυσομπουρμπούλι ήταν ακόμα εκεί.
Tι να το κάνουν, τι να το κάνουν;
Λένε:
- Θα το βάλουμε σε ένα αεροπλάνο και θα το διώξουμε.
Έτσι κι έγινε.
Πάνε στο αεροδρόμιο, βάζουν το Xρυσομπουρμπούλι στο αεροπλάνο... και έφυγε το Xρυσομπουρμπούλι...
Mαθαίνουν οι δημοσιογράφοι ότι έρχεται η Mαντόνα με το αεροπλάνο.
Tρέχουν όλοι στο αεροδρόμιο να τη δουν.
Aνοίγει η πόρτα και βγαίνει η Αναστάζια.
Tην επόμενη μέρα μαθαίνουν ότι έρχεται ο Mπους.
Tρέχουν στο αεροδρόμιο, ανοίγει η πόρτα και βγαίνει ο Mπλαιρ.
Tην μεθεπόμενη μέρα μαθαίνουν ότι έρχεται ο Πελέ.
Aνοίγει η πόρτα και ποιός βγαίνει;
- Tο Xρυσομπουρμπούλι!