Στην αυλή τού Λουδοβίκου 14ου , υπήρχε ένας γελωτοποιός που έκανε πολύ επιτυχημένα αστεία . Μια μέρα λοιπόν , ο βασιλιάς για να τον δυσκολέψει λίγο , του ζήτησε να κάνει ένα αστείο τού οποίου η δικαιολογία να είναι χειρότερη από την πράξη . Πέρασαν αρκετές ημέρες . Ένα απόγευμα στον περίπατό του ο βασιλιάς , βλέπει τον γελωτοποιό να χαϊδεύει τα οπίσθια τής βασίλισσας . Έξω φρενών ο Λουδοβίκος , τον πλησιάζει τον αρπάζει από το λαιμό και τού λέει : " Πώς τόλμησες ! Θα σε στείλω στην γκιλοτίνα γι? αυτό που έκανες ! " " Ω , βασιλιά μου ! " απαντά χαμογελώντας ο γελωτοποιός . " Νόμιζα ότι ήσασταν εσείς ! "
Μπαίνει ένας γάιδαρος σε ένα φούρνο και λέει στον φούρναρη:
- Δύο φραντζόλες ψωμί.
Τον κοιτάζει έκπληκτος ο φούρναρης. Νευριασμένος ο γάιδαρος λέει:
- Τι συμβαίνει ρε μάγκα; Τρέχει τίποτε;
- Ε, όχι κύριε, τίποτε, λέει σαστισμένος ο φούρναρης και δίνει το ψωμί.
Δεν πέρασαν δύο λεπτά και ξαναμπαίνει ο γάιδαρος:
- Ρε φίλε, λέει, δεν μου δίνεις και μία σακούλα, γιατί είμαι με το μηχανάκι;