Ένας παπάς και μία καλόγρια χάνονται σε μία χιονοθύελλα και εκεί που περπατούσαν εντελώς αποπροσανατολισμένοι ξαφνικά βλέπουν ένα ωραίο σπίτι. Ανοίγουν την πόρτα και μπαίνουν μέσα, αλλά δεν ήταν κανείς. Δεν πειράζει σκέφτηκαν και πήγαν να κοιμηθούν, αλλά υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι κι έτσι ο παπάς το παραχώρησε στην καλόγρια και θα κοιμόταν ο ίδιος στο πάτωμα μέσα σε έναν υπνόσακο. Εκεί που είχε ξαπλώσει αυτός και είχε κλείσει και το φερμουάρ του υπνόσακου, του λέει η καλόγρια:
- Πάτερ, κρυώνω.
- Αδερφή, κάτσε στο κρεβάτι, θα πάω να σου φέρω εγώ να σκεπαστείς.
Πάει μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα, της φέρνει μία κουβέρτα. ξαναπέφτει για ύπνο στο πάτωμα, όταν μέσα σε δύο λεπτά:
- Πάτερ, ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, μην ανησυχείς, θα σου φέρω εγώ κουβέρτα.
Πάει πάλι μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα και της φέρνει κι άλλη κουβέρτα. ξαναπέφτει για ύπνο, οπότε γυρνάει σε ένα λεπτό πάλι η καλόγρια:
- Πάτερ, κάνει πολύ κρύο γιατί εγώ ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, κοίτα. Είμαστε μόνοι μας στη μέση του πουθενά και δεν μας βλέπει κανένας. Θα σε πείραζε για απόψε να κάνουμε σαν να ήμασταν ένα παντρεμένο ζευγάρι και να κάνουμε ότι κάνει ένα παντρεμένο ζευγάρι;
- Όχι πάτερ, δεν θα με πείραζε.
- Ε τότε σήκω πάνω και πάρε την μόνη σου την καταραμένη την κουβέρτα!
Είναι ένας τύπος και πάει σε ένα pet shop και ρωτάει τον πωλητή αν έχει κάποιο εξωτικό ζώο. Ο πωλητής του απαντάει ότι έχει ένα ιγκουάνα. Ο τύπος του λέει ότι ιγκουάνα έχει μια θεία του, και θα ήθελε κάτι άλλο. Τότε ο πωλητής του λέει ότι έχει μια σαρανταποδαρούσα που μιλάει και ο τύπος την αγοράζει. Όταν πήγε στο σπίτι την βάζει σε ένα κουτί και της βάζει νερό και φαγητό. Το βράδυ παίρνει τηλέφωνο ο Κώστας και λέει στον τύπο να πάνε στο κοντινό μπαρ για μπύρες. Ο τύπος τότε λέει στην σαρανταποδαρούσα : Θα έρθεις για καμιά μπύρα ? αλλά απάντηση δεν πήρε, και την ξαναρωτάει, αλλά και πάλι τίποτα. Τότε νευριασμένος για τελευταία φορά αν θα πάει μαζί του. Η σαρανταποδαρούσα γυρνάει και του λέει : Καλά μην φωνάζεις τα κορδόνια μου δένω.