Ήταν ένας μπόμπιρας στη μέση ενός κεντρικού δρόμου και κοιτούσε μέσα σε ένα ανοιχτό υπόνομο, φωνάζοντας δυνατά "ετά, ετά, ετά..."
Ένας κύριος που τον είδε ταράχτηκε και πλησίασε να δει τι κάνει εκεί ο μικρός.
Ο μπόμπιρας όμως συνέχιζε να φωνάζει "ετά, ετά, ετά..."
Πλησιάζει λίγο ακόμα ο κύριος για να δει τι ακριβώς συνέβαινε αλλά ο μπόμπιρας ακάθεκτος συνέχιζε "ετά, ετά, ετά..."
Ο κύριος όλο περιέργεια και φοβούμενος μην πέσει μέσα ο μικρός σκύβει πάνω από τον υπόνομο για να δει τι συμβαίνει.
Ο μικρός τον σπρώχνει και τον ρίχνει μέσα στον υπόνομο και συνέχισε να φωνάζει δυνατά... "οτώ, οτώ, οτώ..." (δηλαδή οκτώ).
Στη φάρμα λέει ο μεγάλος γιος του αγρότη στον πατέρα του:
"Πατέρα, είμαι μεγάλος πια, θέλω να μου πάρεις μηχανάκι..."
"Ναι βρε παιδί μου" απαντάει αυτός, "αλλά όσο ξεπληρώνουμε το τρακτέρ δεν μπορώ. Θα πρέπει να περιμένεις..."
Πετιέται και ο μικρός:
"Θέλω κι εγώ ποδήλατο! Είναι πιο φτηνό..."
"Δεν έχει ούτε ποδήλατο όσο ξεπληρώνουμε το τρακτέρ!..."
Θυμώνει ο μικρός και βγαίνει στο προαύλιο. Εκεί βλέπει τον κόκορα πάνω σε μία κότα. Τσατισμένος του ρίχνει μια κλωτσιά και του λέει:
"Μέχρι να ξεπληρώσουμε το τρακτέρ θα πηγαίνεις και συ με τα πόδια..."