Ένας βοσκός πήγε για πρώτη φορά στην ζωή του στην πόλη. Βλέπει ένα μεγάλο κτίριο και ρωτάει τον φύλακα τι είναι αυτό. Αυτός του λέει πως είναι σχολείο. Βαζεις μοσχάρια (αμόρφωτους ανθρώπους) και βγάζεις μορφωμένους ανθρώπους.
Ο βοσκός που ήταν ανόητος άφησε ένα μοσχάρι εκεί. Μετά από ένα χρόνο επιστρέφει και ζητάει να δει τον μόσχο. Ο φύλακας όμως είχε αλλάξει και δεν ήξερε το περιστατικό, οπότε τον στέλνει στον διευθυντή του σχολείου που κατά σύμπτωση λεγόταν Μόσχος.
Μπαίνει ο βοσκός στο γραφείο του διευθυντή:
- Μόσχο μου, είσαι καλά;
- Σας γνωρίζω, κύριε;
- Μόσχο μου, ξέχασες που σε τάιζα χορταράκι στα λιβάδια;
Τον πετάει έξω ο διευθυντής.
Την επόμενη μέρα ξανάρχεται ο βοσκός με ένα μεγάλο μοσχάρι και ξαναπάει στον διευθυντή:
- Κύριε, τί είναι αυτό;
- Εμένα δεν με θυμάσαι, μόσχο μου... Αλλά την μάνα σου;
Ένας κυνηγός πάει μια μέρα σε μια απαγορευμένη περιοχή για κυνήγι για να κυνηγήσει λαγούς. Κάποια στιγμή πετάγεται ο δασοφύλακας:
- Επ, τι κάνεις εδώ ρε διαβολικέ τύπε;
- Βόλτα έχω έρθει να κάνω κύριε δασοφύλακα.
- Βόλτα; Και τι είναι τούτα τα ρούχα που φοράς;
- Α, είναι η τελευταία μόδα στο Παρύσι, φοβερά ρούχα.(ρούχα παραλλαγής φορούσε)
- Ααα μόδα εεε; Και τούτα τα φυσίγγια και το δίκανο μου λες τι είναι;
- Με τόσους κακοποιούς που έχουμε γεμίσει πρέπει να προστατευόμαστε, δεν νομίζετε κυρ δασοφύλακα;
- Αντε, ας πάνε στο διάολο τα ρούχα, ας πάνε στο διάολο τα φυσίγγια και το δίκανο, τούτο δω που έχεις πάνω στον ώμο σου τι είναι;
- Αχ παναγιά μου, ένας λαγός!