Ένας βοσκός πήγε για πρώτη φορά στην ζωή του στην πόλη. Βλέπει ένα μεγάλο κτίριο και ρωτάει τον φύλακα τι είναι αυτό. Αυτός του λέει πως είναι σχολείο. Βαζεις μοσχάρια (αμόρφωτους ανθρώπους) και βγάζεις μορφωμένους ανθρώπους.
Ο βοσκός που ήταν ανόητος άφησε ένα μοσχάρι εκεί. Μετά από ένα χρόνο επιστρέφει και ζητάει να δει τον μόσχο. Ο φύλακας όμως είχε αλλάξει και δεν ήξερε το περιστατικό, οπότε τον στέλνει στον διευθυντή του σχολείου που κατά σύμπτωση λεγόταν Μόσχος.
Μπαίνει ο βοσκός στο γραφείο του διευθυντή:
- Μόσχο μου, είσαι καλά;
- Σας γνωρίζω, κύριε;
- Μόσχο μου, ξέχασες που σε τάιζα χορταράκι στα λιβάδια;
Τον πετάει έξω ο διευθυντής.
Την επόμενη μέρα ξανάρχεται ο βοσκός με ένα μεγάλο μοσχάρι και ξαναπάει στον διευθυντή:
- Κύριε, τί είναι αυτό;
- Εμένα δεν με θυμάσαι, μόσχο μου... Αλλά την μάνα σου;
Ο Χριστός πάνω στο σταυρό:
- Πέτρο, έλα δω!
Πάει να πλησιάσει ο Πέτρος, τον πιάνουν οι στρατιώτες, του κόβουν το χέρι.
Μετά από λίγο ξανά ο Χριστός:
- Πέτρο, έλα δω!
Πάει ξάνα ο Πέτρος τον πιάνουν του ξανακόβουν το χέρι.
Μετα ξάναφωνάζει ο Χριστός:
- Πέτρο, έλα δω!
Του κόβουν και το πόδι, ε, τώρα με ένα πόδι οι φρουροί πιστεύουν ότι είναι ακίνδυνος και τον αφήνουν να περάσει. Πλησιάζει ο Πετρος και ρωτάει τον Χριστό:
- Τι θέλεις, Δάσκαλε;
Και λέει και ο Χριστός:
- Κοίτα Πέτρο, από δώ φαίνεται το σπίτι σου!