Ένας μαθηματικός πήγαινε κάθε βράδυ σε ένα μπαρ και έπινε.
Ένα βράδυ καθώς βγαίνει από το μπαρ πέφτει πάνω σε ένα τζιπάκι 4Χ4.
Το βλέπει βγάζει τα κλειδιά του και πάει δίπλα στο 4Χ4 και γράφει =16.
Το πρωί το βλέπει ο ιδιοκτήτης του αμαξιού, τρελαίνεται και το τρέχει στον φαναρτζή.
- Γειά σας, τί θα θέλατε;
- Ε, να ένας βλάκας μου χάραξε αυτό. Πόσο θα κοστίσει;
- Γύρω στα 100 ευρώ.
Τα σκάει τα λεφτά και του επισκευάζουν το αμάξι.
Το επόμενο βράδυ το ξαναβλέπει ο μαθηματικός, και ξαναγράφει: 4Χ4=16.
Το ξαναπάει ο ιδιοκτήτης στον φαναρτζή, άλλα 100 ευρώ.
Το ξαναχαράζει ο μαθηματικός.
Πάει ο ιδιοκτήτης στο φαναρτζή και του λέει:
- Για να μην το χαράζει ο τρελός, γράψε και εσύ =16, αλλά ανάγλυφα, να μοιάζει με το 4Χ4.
Το βράδυ ο μαθηματικός πέφτει πάλι πάνω στο τζιπάκι και βλέπει 4Χ4=16.
Βγάζει τα κλειδιά του και χαράζει: ΣΩΣΤΟ!
Μια μέρα ξεκίνησε ο μπαμπάς χελώνα, η μαμά χελώνα και το χελωνάκι να πάνε για πικνίκ σε απόσταση ενός χιλιομέτρου. Αφού λοιπόν, για να φτάσουν στον προορισμό τους, πέρασαν δέκα χρόνια, κάθισαν να φάνε. Εκεί που άνοιξε η μαμά χελώνα το μπόλ με τα κεφτεδάκια διαπίστωσε ότι ξέχασε να πάρει μαζί της το νερό, το λέει στον μπαμπά χελώνα και αποφασίζουν να στείλουν το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει απο το σπίτι το νερό. Προτού ξεκινήσει το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει το νερό, τους λέει:
- Εγώ θα πάω, αλλά αν βάλει κανένας χέρι στα κεφτεδάκια, δέν πάω!
Μετά απο είκοσι δύο χρόνια δέ φάνηκε το μικρό χελωνάκι και ο πατέρας χελώνα λέει:
- Εγώ αρχίζω να τρώω γιατί με έχει κόψει η πείνα.
Τότε η μαμά χελώνα άρχισε να φέρνει αντιρρήσεις, αλλά με λίγη δυσκολία εκείνος κατάφερε να την πείσει.
Κάποια στιγμή αφου είχαν φάει απο πέντε κεφτεδάκια ο καθένας, πετάγεται πίσω απο τους θάμνους το μικρό χελωνάκι και τους λέει:
- Έτσι είστε έ; Τρώτε τα κεφτεδάκια! Δέν πάω για νερό!