Ήταν κάποτε φυλακισμένοι ένας λεπρός και ένας χασικλής στο ίδιο κελί.
Μία μέρα ο λεπρός άρχισε να ξύνει το πόδι του. Ξύσε, ξύσε, το έβγαλε το πόδι, και τι να το κάνει, το πέταξε από το παράθυρο.
Μετά έξυσε και το άλλο πόδι και το αριστερό χέρι, πέσανε και αυτά, και τα πέταξε κι αυτά από το παράθυρο.
Τότε ο χασικλής που κάπνιζε παραδίπλα ήρεμος και ζαλισμένος, λέει ξερά:
- Τι γίνεται ρε φίλε; Την κάνουμε σιγά, σιγά;
Μπαίνει κάποιος σε ένα μπαρ και βλέπει έναν παλιό του φίλο να κάθεται ολομόναχος και να τα πίνει. Τον πλησιάζει λοιπόν:
- Τι έχεις, βρε Μανόλη; Φαίνεσαι χάλια!
- Τι να έχω; Τον Μάρτιο πέθανε η μάνα μου και μου άφησε 1.000.000 δρχ.
- Συλλυπητήρια, βρε παιδί μου...
- Αργότερα, τον Απρίλιο πέθανε ο πατέρας μου και μου άφησε 20.000.000 δρχ.
- Τρομερό! Να χάσεις και τους δυο γονείς σου σε δυο μήνες! Πως να μην είσαι χάλια...
- Ύστερα, τον περασμένο μήνα πέθανε και η θεία μου και μου άφησε 10.000.000 δρχ.
- Να χάσεις τρία μέλη της οικογένειάς σου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα! Είναι φοβερό!
- Και αυτό το μήνα... τίποτα!