Asteiakia

Απόλαυσε ένα ανέκδοτο

Ο φτωχός, οι πλούσιοι και ο γάτος

Ο φτωχός νέος και η πλούσια νέα συζητούν για την μακρόχρονη σχέση τους.
- "Πρέπει να γνωρίσεις τους γονείς μου" λέει η πλούσια νέα.
- "Μα είμαι φτωχός και δεν θα με θέλουν" λέει ο φτωχός νέος
- "Αγάπη μου εγώ σε θέλω και αυτό έχει σημασία, θα έρθεις εσύ και οι γονείς σου να γνωρίσετε τους δικούς μου γονείς, αλλιώς χωρίζουμε".
Μη μπορώντας να κάνει αλλιώς ο φτωχός νέος δέχεται, και μετά από λίγο καιρό αυτός και οι γονείς του επισκέπτονται την πλούσια νέα και τους γονείς της.
Μπαίνοντας στο σαλόνι κάθονται σε ένα καναπέ η πλούσια μάνα και ο πλούσιος πατέρας, σε έναν άλλο ο φτωχός πατέρας και η φτωχή μάνα, σε μια καρέκλα η πλούσια νέα, και σε έναν καναπέ ο φτωχός νέος και ο γάτος της πλούσιας μάνας.
Καθώς μιλούσαν, του έρχεται του φτωχού νέου να κλάσει... Ζορίζετε, την κρατάει...τελικά δεν αντέχει και ζαρτ την αμολάει.
"Ζαν", λέει η πλούσια μάνα κοιτώντας το γάτο.
"Ουφ καλά που είναι το γατί εδώ και το έριξαν σε αυτό το κλάσιμο", σκέφτεται ο φτωχός νέος.
Καθώς η συζήτηση συνεχιζόταν ξανά ο φτωχός νέος βρίσκεται στη δύσκολη θέση που βρισκόταν πιο πριν μα τώρα η κλανιά είναι μεγαλύτερη.
Κρατιέται...σφίγγετε.. απο εδώ από εκεί δεν αντέχει και την αμολάει...Ζαν", λέει ξανά η πλούσια μάνα, κοιτώντας το γάτο.
"Ουφ καλά που είναι το γατί εδώ και το έριξαν σε αυτό το κλάσιμο", σκέφτεται ξανά ο φτωχός νέος.
Ε να μην τα πολυλογούμε μετά από λίγο μην αντέχοντας ξανά ο φτωχός νέος ρίχνει μια πολύ δυνατή κλανιά.
"Ζαν, καλά τι περιμένεις να σε χέσει και να φύγεις από εκεί;" λέει η πλούσια μάνα.




Τυχαίο ανέκδοτο

Ο Παλιός

Μια μέρα ξεκίνησε ο μπαμπάς χελώνος, η μαμά χελώνα και το χελωνάκι να πάνε για ένα πικ-νικ σε μια απόσταση ενός χιλιομέτρου. Αφού λοιπόν για να φτάσουν στον προορισμό τους πέρασαν δέκα χρόνια κάθισαν να φάνε.
Εκεί που άνοιξε η μαμά χελώνα το μπολ με τα κεφτεδάκια είδε ότι ξέχασε να πάρει κοντά της το νερό, το λέει στο μπαμπά χελώνο και αποφασίζουν να στείλουν το μικρό χελωνάκι να φέρει από το σπίτι το νερό. Αφού ξεκίνησε το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει το νερό τους λέει:
- "Εγώ θα πάω αλλά εάν βάλει κανένας χέρι στα κεφτεδάκια δεν πάω."
Μετά από είκοσι δύο χρόνια δεν φάνηκε το μικρό χελωνάκι, κι ο πατέρας χελώνος λέει:
- "Εγώ αρχίζω να τρώω γιατί με έχει κόψει η πείνα."
Τότε η μαμά χελώνα άρχισε να φέρνει αντιρρήσεις, αλλά με λίγη δυσκολία ο χελώνος κατάφερε να πείσει τη μαμά χελώνα.
Σε κάποια στιγμή αφού είχαν φάει από πέντε κεφτεδάκια ο καθένας πετάγεται πίσω από κάτι θάμνους το μικρό χελωνάκι και τους λέει:
- "Έτσι είστε ε;;; Τρώτε τα κεφτεδάκια!!! Δεν πάω για νερό."