Δυο φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο, όταν ξαφνικά ξεπρόβαλε μπροστά τους μια αρκούδα. Ο ένας πρόλαβε και ανέβηκε σε ένα δέντρο και κρύφτηκε εκεί.
Ο άλλος έπεσε καταγής κι έκανε τον πεθαμένο. Όταν πλησίασε η αρκούδα κι άρχισε να τον μυρίζει με τη μουσούδα της, αυτός κρατούσε την αναπνοή του γιατί λένε ότι οι αρκούδες δεν αγγίζουν τους νεκρούς.
Πράγματι, το ζώο έφυγε, κι ύστερα ο άλλος κατέβηκε από τον δέντρο και τον ρώτησε τι του είπε η αρκούδα στο αυτί. Κι εκείνος του απάντησε:
- Να μην ταξιδεύω από δω και μπρος με φίλους που με εγκαταλείπουν την ώρα του κινδύνου.
- Γιατρέ, είναι η πρώτη φορά που τρώω στρείδια, και πονάω πολύ στο στομάχι...
- Καταλαβαίνω, φαίνεται ότι δεν ήταν φρέσκα. Θα έπρεπε να το καταλάβετε από την μυρωδιά όταν τα ανοίγατε...
- Μα γιατί; Έπρεπε να τα ανοίγω κιόλας;