Asteiakia

Απόλαυσε ένα ανέκδοτο

Ο καλός ο φίλος

Δυο φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο, όταν ξαφνικά ξεπρόβαλε μπροστά τους μια αρκούδα. Ο ένας πρόλαβε και ανέβηκε σε ένα δέντρο και κρύφτηκε εκεί.
Ο άλλος έπεσε καταγής κι έκανε τον πεθαμένο. Όταν πλησίασε η αρκούδα κι άρχισε να τον μυρίζει με τη μουσούδα της, αυτός κρατούσε την αναπνοή του γιατί λένε ότι οι αρκούδες δεν αγγίζουν τους νεκρούς.
Πράγματι, το ζώο έφυγε, κι ύστερα ο άλλος κατέβηκε από τον δέντρο και τον ρώτησε τι του είπε η αρκούδα στο αυτί. Κι εκείνος του απάντησε:
- Να μην ταξιδεύω από δω και μπρος με φίλους που με εγκαταλείπουν την ώρα του κινδύνου.




Τυχαίο ανέκδοτο

Στο καφενείο

Κάποτε, ένας μάγκας, πηγαίνει σε ένα καφενείο μαζί με τους φίλους του, για να παίξει λίγο τάβλι, ώστε να περάσει η ώρα. Πηγαίνει λοιπόν, κάθεται και περιμένει μέχρι να έρθει ο καφετζής να πάρει παραγγελία.
- Τί θα πάρετε παρακαλώ;
- Που είσαι φίλε, θέλω ένα καφεδάκι περιποιημένο. Δε θέλω να είναι ούτε πολύ γλυκός, αλλά ούτε και πολύ πικρός. Τσακ στη μέση. Δε θέλω να έχει ούτε πολλές φουσκάλες, αλλά ούτε και λίγες. Τσακ στη μέση. Το φλυτζάνι στο οποίο θα το βάλεις, δε θέλω να είναι ούτε πολύ μεγάλο, αλλά ούτε και πολύ μικρό. Τσακ στη μέση.
Ο καφετζής αγανακτισμένος φεύγει.
- Ε! Φίλε που πας, δε τελείωσα ακόμα. Ακου λοιπόν. Μαζί με το καφέ θέλω και κουλουράκια. Τα οποία, δε θέλω να είναι ούτε πολύ μεγάλα, αλλά ούτε και πολύ μικρά. Τσακ στη μέση. Δε θέλω να έχουν ούτε πολύ σουσάμι, αλλά ούτε και λίγο. Τσακ στη μέση. Και τώρα σπάσε, είσαι ελεύθερος.
- Μάλιστα κύριε, απαντάει πυρ και μανία ο καφετζής.
Η ώρα περνούσε και ο μάγκας περίμενε τον καφέ του με ανυπομονησία. Το μαγαζί άδειασε και ο μάγκας δεν είχε πάρει ακόμα το καφέ του. Έτσι λοιπόν, μετά από περίπου μιάμιση ώρα, λέει στο καφετζή:
- Ε! Φίλε! Τι θα γίνει με το καφέ;
Και ο καφετζής:
- Ακου μεγάλε! Δε σε έχω γραμμένο ούτε πολύ δεξιά, αλλά ούτε και πολύ αριστερά. Τσακ στη μέση...