Μια μέρα προχωρούσε ο μπαμπάς με τον γιο του στο δρόμο και ξαφνικά βλέπει ο μικρός ένα σπουργιτάκι χάμω με τα ποδαράκια του ψηλά.
Ρωτάει τον μπαμπά του:
- Tι έπαθε το σπουργιτάκι;
- Πέθανε, του λέει ο μπαμπάς.
- Και γιατί έχει τα ποδαράκια του πρός τον ουρανό;
- Έτσι θα έρθει ο Χριστούλης και θα το πιάσει πιο εύκολα να το ανεβάσει στον παράδεισο, λέει ο μπαμπάς του.
Την άλλη μέρα παίρνει ο μικρός τηλέφωνο στο γραφείο τον πατέρα του και μες το κλάμα του λέει:
- H μαμά πήγε να πεθάνει σήμερα.
- Τι έγινε παιδί μου; του λέει ο μπαμπάς.
- Ήταν ξαπλωμένη με τα πόδια ψηλά και φώναζε: "Χριστέ μου, έρχομαι!" Και ευτυχώς που έπεσε από πάνω της ο γαλατάς, που ήταν εκεί, και την κράτησε, αλλιώς θα είχε φύγει κι όλας.
Παει ο Χριστος στην Ιερουσαλημ προσπαθωντας να βρει τον πατερα του.Στο δρομο συνανταει καποιο γερο.
- Για που το εβαλες, λεβεντη μου;
- Ψαχνω τον πατερα μου,που τον εχω χασει.
- Κι εγω ψαχνω τον γιο μου, που τον εχω χασει.
- Εμενα ο πατερας μου ειναι φτωχος.
- Κι εγω παιδι μου, παμφτωχος ειμαι.
- Ξερεις, ο πατερας μου εμενα ειναι ξυλουργος.
- Κοιτα συμπτωση! Και γω ξυλουργος ειμαι!
- Υπαρχει και κατι αλλο, παραξενο με μενα. Δεν γεννηθηκα με... φυσιολογικη γεννα.
- Μα, κι εμενα το παιδι μου! Δε γεννηθηκε με φυσιολογικη γεννα!
Κοιταζονται για λιγα δευτερολεπτα και κλαιγοντας πεφτει ο ενας, στην αγκαλια του αλλου.
- Πατερα!
- Πινοκιο!