Μια μέρα προχωρούσε ο μπαμπάς με τον γιο του στο δρόμο και ξαφνικά βλέπει ο μικρός ένα σπουργιτάκι χάμω με τα ποδαράκια του ψηλά.
Ρωτάει τον μπαμπά του:
- Tι έπαθε το σπουργιτάκι;
- Πέθανε, του λέει ο μπαμπάς.
- Και γιατί έχει τα ποδαράκια του πρός τον ουρανό;
- Έτσι θα έρθει ο Χριστούλης και θα το πιάσει πιο εύκολα να το ανεβάσει στον παράδεισο, λέει ο μπαμπάς του.
Την άλλη μέρα παίρνει ο μικρός τηλέφωνο στο γραφείο τον πατέρα του και μες το κλάμα του λέει:
- H μαμά πήγε να πεθάνει σήμερα.
- Τι έγινε παιδί μου; του λέει ο μπαμπάς.
- Ήταν ξαπλωμένη με τα πόδια ψηλά και φώναζε: "Χριστέ μου, έρχομαι!" Και ευτυχώς που έπεσε από πάνω της ο γαλατάς, που ήταν εκεί, και την κράτησε, αλλιώς θα είχε φύγει κι όλας.
Όταν πέθανε ο Ανδρέας πήγαινε κάθε μέρα η Μιμή και καθόταν στον τάφο του αλλά χωρίς να φοράει το κυλοτάκι της. Την πήρε είδηση λοιπόν κάποια στιγμή ο φύλακας και της λέει:
- Τι κάνετε εκεί;
- Τι κάνω άνθρωπέ μου; απαντά εκείνη. Ο Ανδρέας όταν ζούσε μου έλεγε πως το δικό μου και νεκρούς ανασταίνει!