Μια μέρα προχωρούσε ο μπαμπάς με τον γιο του στο δρόμο και ξαφνικά βλέπει ο μικρός ένα σπουργιτάκι χάμω με τα ποδαράκια του ψηλά.
Ρωτάει τον μπαμπά του:
- Tι έπαθε το σπουργιτάκι;
- Πέθανε, του λέει ο μπαμπάς.
- Και γιατί έχει τα ποδαράκια του πρός τον ουρανό;
- Έτσι θα έρθει ο Χριστούλης και θα το πιάσει πιο εύκολα να το ανεβάσει στον παράδεισο, λέει ο μπαμπάς του.
Την άλλη μέρα παίρνει ο μικρός τηλέφωνο στο γραφείο τον πατέρα του και μες το κλάμα του λέει:
- H μαμά πήγε να πεθάνει σήμερα.
- Τι έγινε παιδί μου; του λέει ο μπαμπάς.
- Ήταν ξαπλωμένη με τα πόδια ψηλά και φώναζε: "Χριστέ μου, έρχομαι!" Και ευτυχώς που έπεσε από πάνω της ο γαλατάς, που ήταν εκεί, και την κράτησε, αλλιώς θα είχε φύγει κι όλας.
Ήταν δυο ψαράδες και ψάρευαν.
Ο ένας έπιανε καθημερινά από καμία δεκαπενταριά ψάρια ενώ ο άλλος όσο κι αν προσπαθούσε δεν κατάφερνε με τίποτα να πιάσει.
Όμως αυτός που έπιανε τα ψάρια, μετά τα ξαναπετούσε στο νερό.
Μια μέρα του λέει ο άλλος ψαράς:
- Ρε, φίλε σε βλέπω τόσο καιρό που πιάνεις πολλά ψάρια, αλλά μετά τα ξαναπετάς στο νερό, ενώ εγώ που έχω και πέντε παιδιά να θρέψω δεν πιάνω κανένα. Γιατί ψαρεύεις, αφού τα πετάς πάλι στο νερό;
- Να, δεν μου αρέσουν τα ψάρια. Εμένα η διαδικασία του ψαρέματος μου αρέσει. Αλήθεια, εσύ γιατί έκανες τόσα παιδιά αφού δεν έχεις να τα θρέψεις;
- Κι εμένα η διαδικασία μου άρεσε όταν τα έκανα.