O μπαμπάς στο παιδί:
Όλο το δρόμο από το σπίτι μέχρι εδώ σου λέω κουμπώσου, τίποτα. Στο αυτοκίνητο σου είπα να κουμπωθείς, τίποτα. Στον πεζόδρομο του σχολείου σου είπα κουμπώσου, τίποτα. Στο σχολείο σου είπα να είσαι κουμπωμένος, πάλι τίποτα. Μόλις ήρθα να σε πάρω ήσουν ξεκούμπωτος, σου είπα να κουμπωθείς, τίποτα. Γυρίσαμε πίσω, φάγαμε, σε πήγα αγγλικά, σε γύρισα, πήγαμε έξω, σου έλεγα συνέχεια να κουμπωθείς τίποτα!
Μήπως δεν κρυώνεις;
Ο μικρός Γιώργος τρέχει να γυρίσει σπίτι του, και πέφτει πάνω σε έναν κύριο.
- Μα γιατί δεν προσέχεις που πας παιδάκι μου; Γιατί βιάζεσαι τόσο;
- Πηρα κακούς βαθμούς και βιάζομαι να πάω σπίτι γιατί η μαμά θα μου δώσει δύο ξυλιές!
- Και βιάζεσαι τόσο πολύ να τις φας;
- Και βέβαια! Γιατί αν γυρίσει ο πατέρας μου, θα μου δώσει περισσότερες!