Στο δικαστήριο ο πρόεδρος λέει στον κατηγορούμενο:
-Σε πιάσανε την ώρα που ζητιάνευες. Τί προσπαθείς τώρα να πεις.
-Μα δεν ζητιάνευα, κύριε πρόεδρε.
-Αλλά;
-Aπλωσα το χέρι μου να δω αν βρέχει και ο κύριος μου έβαλε μέσα ένα πενηντάρικο.
Ήταν τρείς σε μια γωνιά.
Φεύγει ο πρώτος...
Φεύγει ο δεύτερος...
Φεύγει ο τρίτος...
Φεύγει η γωνιά, πέφτει το σπίτι κάτω.