Ο μικρός Κωστάκης παίζει στο δωμάτιό του και ο πατέρας του μπαίνει και
του ανακοινώνει ότι ό μπαμπάς κι η μαμά χωρίζουν.
- Γιατί, μπαμπά; ρωτάει, μπερδεμένος, ο Κωστάκης.
- Ε, να, η μαμά κι εγώ δεν αγαπιόμαστε πια, εξηγεί ο πατέρας.
- Τι εννοείς ακριβώς; ξαναρωτάει ο Κωστάκης.
- Ασε με να σου δώσω ένα παράδειγμα, για να καταλάβεις. Όταν γυρίζω
απ τη δουλειά, η μαμά δεν αισθάνεται αυτή τη γλυκιά έξαψη και
αναστάτωση, που έρχεται ο άντρας της στο σπίτι, ούτε έρχεται να με
υποδεχτεί στην εξώπορτα.
- Μα, μπαμπά, εγώ βλέπω τη μαμά σε έξαψη, τελείως αναστατωμένη, καμιά
φορά, όταν γυρίζεις στο σπίτι. Αρα πρέπει να σε αγαπάει ακόμη.
- Πότε δηλαδή; απόρησε ο πατέρας.
- Να, είναι κάτι φορές, που η μαμά κοιμάται ακόμη, με το γείτονα στο
κρεβάτι κι όταν ακούει το αυτοκίνητο, που παρκάρεις στο γκαράζ, βάζει
τις φωνές έξαλλη: «Ήρθε ο άντρας μου! Ήρθε ο άντρας μου!»
Πάει ένας τύπος σε ένα γραφείο τελετών. Τον υποδέχεται ο ιδιοκτήτης και τον ρωτάει τι θα ήθελε.
- Θα ήθελα του λέει ένα φέρετρο, να βλέπεται, αλλά μην είναι και τίποτα πολυτελείας, ξέρεις τώρα εσύ...
- Μάλιστα, απαντάει αυτός. Έχω ένα ωραίο, από μαόνι σε πολύ καλή τιμή. 3000 ευρώ.
- 3000 ευρώ; Ε όχι και 3000 ευρώ για την πεθερά μου! Κάτι πιο φτηνό δεν υπάρχει;
- Έχω ένα από κόντρα πλακέ, καλό, με 1500 ευρώ.
- Ε όχι ρε φίλε.... Όχι και 1500 ευρώ για την πεθερά μου! Είπαμε...
- Ωραία. Έχω ένα δευτέρας διαλογής με 1000 ευρώ. Σου κάνει;
- 1000 ευρώ; Για την πεθερά μου, ρε φίλε; Ε, όχι! Κάτι πιο οικονομικό δεν έχεις;
Απηύδησε ο ιδιοκτήτης:
- Να σου πω ρε μεγάλε, επειδή από ότι βλέπω είσαι και δύσκολος, δώσε μου 300 ευρώ να βάλω 2 χερούλια στην πεθερά σου, να τελειώνουμε!