-Ήταν ένα αντρόγυνο και ήθελε να χωρίσει. Πήγε λοιπόν στα δικαστήρια.
Και οι 2 όμως ήθελαν την κηδεμονία του μονάκριβου και λατρεμένου παιδιού τους.
-Πρώτη η γυναίκα λοιπόν έπεσε κλαίγοντας στα πόδια της δικαστίνας και την ικέτεψε να δώσει το παιδί σε αυτήν αφού εκείνη ήταν που το έφερε στον κόσμο.
Αυτό φάνηκε λογικό στη δικαστίνα που ήταν και γυναίκα, αλλά ήθελε να ακούσει και το επιχείρημα του άντρα.
-Σηκώνεται λοιπόν ο άντρας και μετά από λίγη σκέψη λέει:
«Κυρία δικαστά, όταν ρίχνετε ένα νόμισμα στο μηχάνημα για να πάρετε μια pepsi, μόλις βγει η pepsi ανήκει σε σας ή στο μηχάνημα;»
Μια μέρα, ένας καουμπόη, μπαίνει νευριασμένος σ` ένα σαλούν και φωνάζει:
- "Ποιος έβαψε το άλογό μου πράσινο;"
Δεν παίρνει απάντηση, και ξαναρωτάει:
- "Ποιος έβαψε το άλογό μου πράσινο;"
Σηκώνεται λοιπόν ένας πολύ ψηλός άντρας και με αγριεμένο ύφος του λέει:
- "Εγώ το έβαψα. Γιατί μήπως έχεις κάποιο πρόβλημα;"
Και ο άλλος φοβισμένος απαντάει:
- "Όχι μωρέ, αλλά να, θέλει και δεύτερο χέρι!"