Έκανε τη βόλτα του ο τύπος στον ήσυχο αγροτικό δρόμο κι εκεί που πήγαινε, τσουπ, του ξεπετάγεται ένα κοτοπουλάκι. Δεν πρόλαβε να το αποφύγει, το χτυπάει και το κοτοπουλάκι εξαφανίζεται μέσα σ ένα σύννεφο από πούπουλα και φτερά.
Σταματάει, πάει στο παρακείμενο αγρόκτημα, χτυπάει την πόρτα, βγαίνει ο αγρότης.
- Λυπάμαι πολύ, λέει ο οδηγός, αλλά σκότωσα ένα κοτοπουλάκι σας και θέλω να σας το αντικαταστήσω.
- Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, λέει ο αγρότης. Οι κλώσσες είναι στο κοτέτσι, πίσω απ το σπίτι.
Στο Α Νεκροταφείο η σκηνή και πίσω από το φέρετρο ακολουθούν οι
τεθλιμμένοι συγγενείς, ένα
σκυλάκι που το κρατάει από
το λουρί κάποιος και
χίλιοι διακόσιοι άντρες! Ο φύλακας του
νεκροταφείου απορεί: "Ποιόν κηδεύετε;", ρωτάει τον κύριο με το
σκυλάκι. "Την πεθερά μου", λέει αυτός. "Α. Και πώς πέθανε;". "Τη δάγκωσε
το σκυλάκι". "Σοβαρά;", λέει ο φύλακας. "Να σας
πω, μήπως θα μπορούσατε να μου το δανείσετε, να δαγκώσει και τη δικιά
μου και να σας το επιστρέψω;". Και ο κύριος: "Στην
ουρά, κύριε. Στην ουρά!".