Ενας πελάτης μπαίνει στην τράπεζα και κατευθύνεται στην ταμία:
- Μωρή, της λέει, άνοιξέ μου έναν λογαριασμό!
- Σας παρακαλώ πολύ, κύριε, πώς μιλάτε έτσι;
- Ελα μωρή, που σου μιλάω εγώ. Ανοιξέ μου έναν λογαριασμό, σου είπα, και άσε τις φλυαρίες. Οπως γουστάρω θα σου μιλάω και σκασμό εσύ.
- Μα κύριε, τι τρόπος είναι αυτός; Εγώ σας μιλάω ευγενικά και εσείς, χωρίς λόγο με βρίζετε!
- Σκάσε ρε σου είπα.. Κάνε την δουλειά σου, μην σε πλακώσω εδώ μέσα, και κάνε την βγάζοντας τον σκασμό.
Την φασαρία ακούει ο διευθυντής του καταστήματος και ενοχλημένος που κάποιος αναιδής πελάτης μιλάει τόσο άσχημα στην ευγενική υπάλληλο της τράπεζας, εξοργίζεται. Πλησιάζει στο σημείο της φασαρίας και λέει στον πελάτη:
- Κύριε, τι συμβαίνει εδώ; Γιατί μιλάτε έτσι; Υπάρχει πρόβλημα; Είμαι ο διευθυντής του υποκαταστήματος.
- Ε, ναι λοιπόν. Υπάρχει πρόβλημα. Εχω κερδίσει 1.5 δις στο ΛΟΤΤΟ και ήρθα να το καταθέσω.
- Χμ, και σου κάνει νούμερα η παλιοβρώμα, ε;
Κάποτε ένας πεινασμένος μπαίνει σε ένα εστιατόριο να φάει κάτι. Τα χρήματα του όμως του φτάνουν για μια σαλάτα και μια φέτα ψωμί.
Τα παραγγέλλει, τρώει, αλλά που να χορτάσει.
Διπλά του ένας τύπος διαβάζει την εφημερίδα του διάπλατα.
Μπροστά του ένα πιάτο αχνιστό σούπα. Κοιτάζει ο πεινάλας και τρέχουν τα σάλια του. Παίρνει το κουτάλι και κρυφά τρώει μια κουταλιά, ο άλλος δεν δίνει σημασία ξανά άλλη κουταλιά τα ίδια.
Παίρνει το πιάτο μπροστά του και αρχίζει να τρώει την σούπα. Στην τελευταία κουταλιά βλέπει μια μεγάλη μύγα τις λεγόμενες, οπότε αηδιάζει και τα βγάζει όλα μέσα στο πιάτο.
Κλείνει ο άλλος την εφημερίδα και του λέει: και εγώ εκεί είχα φτάσει.