Ο ιερέας της φυλακής επισκέπτεται έναν κρατούμενο στο κελί του.
Είναι στα πλαίσια μιας προσπάθειας να αναμορφώσει τους κρατούμενους και έτσι περνά από όλα τα κελιά και συζητά μαζί με τους κρατούμενους. Φτάνοντας σε ένα κελί, ρωτά τον μεσήλικα κρατούμενο...
- Εσύ, τέκνο μου, γιατί είσαι εδώ;
- Η απειρία της νεαρής ηλικίας, πάτερ μου. Και ο παπάς απορημένος:
- Ποια νεαρή ηλικία; Εσύ κοντεύεις τα εξήντα χρόνια...
- Ναι, πάτερ μου, αλλά ο δικηγόρος μου ήταν 25.
Στον Παράδεισο ακούγονται φωνές και γέλια από το κάτω πάτωμα.
- Τι γέλια και φωνές ειναι αυτά που ακούγονται από κάτω; ρωτάει ένας τον Θεό.
- Γλεντάν οι κολασμένοι, του λέει ο Θεός. Κάτω στην κόλαση.
- Κι εμείς θέλουμε να γλεντήσουμε. Εμείς, που είμασταν καλοί και σωστοί σε όλη μας, γιατί δεν κάνουμε κι εμείς κάνα γλέντι;
- Ε, τώρα! Δε μπορώ να φέρω ορχήστρα για τρία άτομα!