Είναι λοιπόν η γυναίκα ενός τύπου, ο οποίος βρίσκεται διαρκώς στο νοσοκομείο με κρίσεις. Τη μία πέφτει σε κώμα, την άλλη γίνεται καλύτερα, κ.ο.κ.
Παρόλα αυτά, αυτή ήταν στο πλευρό του κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό.
Σε μια στιγμή, και εκεί που καθόταν και τον κοίταζε που ξάπλωνε στο κρεββάτι του νοσοκομείου, αυτός ανοίγει λίγο τα μάτια του και της ψιθυρίζει με βαρύ τόνο:
- Ξέρεις κάτι; Ήσουν πάντα στο πλευρό μου σε όλες μου τις δύσκολες στιγμές... Όταν απολύθηκα από τη δουλειά μου, ήσουν εκεί να με παρηγορήσεις, όταν η επιχείρησή μου απέτυχε, ήσουν εκεί να με υποστηρίξεις, όταν με πυροβόλησαν στο δάσος, ήσουν εκεί, όταν χάσαμε το σπίτι, ήσουν πάντα μαζί μου... Τώρα που η υγεία μου κλονίστηκε, είσαι συνεχώς στο πλευρό μου... Λοιπόν ξέρεις κάτι;
- Τι, αγάπη μου; τον ρωτάει εμφανώς συγκινημένη η γυναίκα του.
- Δεν φεύγεις, μωρή γκαντέμω, από δίπλα μου, μπας και δω και γω μια άσπρη μέρα;
Χτυπάει το τηλέφωνο και το σηκώνει ο Τοτός:
- Ναι, λέει ψιθυριστά.
- Τότό, είμαι ο θείος Λουκάς. Μου δίνεις τον μπαμπά σου;
- Δεν μπορεί, έχει δουλειά, λέει ο Τοτός ψιθυριστά πάλι.
- Καλά, δως μου την μαμά σου.
- Δεν μπορεί, κι αυτή έχει δουλειά, λέει ο Τοτός ψιθυριστά πάλι.
- Ποιός άλλος είναι στο σπίτι;
- Ο αρχηγός της αστυνομίας.
- Καλά, δωσε να του μιλήσω.
- Δεν μπορεί, έχει δουλειά...
- Μα τί κάνουν όλοι αυτοί και έχουν δουλειά; απορεί ο θείος Λουκάς.
- Ψάχνουν να με βρουν...