Ήταν μια φορά ο Τοτός με τη γιαγιά του στο δάσος. Κάποια στιγμή βλέπει ο Τοτός μια σοκολάτα στο χώμα και πάει να τη σηκώσει. Τον βλέπει η γιαγιά του και του λέει:
- Όχι Τοτέ, δεν σηκώνουμε ποτέ πράγματα από κάτω!
Μετά βλέπει ένα ευρώ. Πάει να το σηκώσει και τον ξαναβλέπει η γιαγιά του και του λέει:
- Τοτέ, μόλις πριν σου είπα ότι δεν σηκώνουμε ποτέ πράγματα από κάτω!
Πιο μετά βλέπει μια τσίχλα στο πάτωμα. Πάει να τη μαζέψει και τον ξαναβλέπει η γιαγιά του λέγοντάς του:
- Τοτέ, τι σου είπα;
- Εντάξει, το αφήνω!
Μετά από λίγο πέφτει η γιαγιά στο πάτωμα και λέει στον Τοτό:
- Τοτέ σήκωσέ με!
- Μα γιαγιά, πριν λίγο είπες ότι δεν πρέπει να σηκώνω πράγματα από κάτω!
Ένας παπάς και μία καλόγρια χάνονται σε μία χιονοθύελλα και εκεί που περπατούσαν εντελώς αποπροσανατολισμένοι ξαφνικά βλέπουν ένα ωραίο σπίτι. Ανοίγουν την πόρτα και μπαίνουν μέσα, αλλά δεν ήταν κανείς. Δεν πειράζει σκέφτηκαν και πήγαν να κοιμηθούν, αλλά υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι κι έτσι ο παπάς το παραχώρησε στην καλόγρια και θα κοιμόταν ο ίδιος στο πάτωμα μέσα σε έναν υπνόσακο. Εκεί που είχε ξαπλώσει αυτός και είχε κλείσει και το φερμουάρ του υπνόσακου, του λέει η καλόγρια:
- Πάτερ, κρυώνω.
- Αδερφή, κάτσε στο κρεβάτι, θα πάω να σου φέρω εγώ να σκεπαστείς.
Πάει μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα, της φέρνει μία κουβέρτα. ξαναπέφτει για ύπνο στο πάτωμα, όταν μέσα σε δύο λεπτά:
- Πάτερ, ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, μην ανησυχείς, θα σου φέρω εγώ κουβέρτα.
Πάει πάλι μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα και της φέρνει κι άλλη κουβέρτα. ξαναπέφτει για ύπνο, οπότε γυρνάει σε ένα λεπτό πάλι η καλόγρια:
- Πάτερ, κάνει πολύ κρύο γιατί εγώ ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, κοίτα. Είμαστε μόνοι μας στη μέση του πουθενά και δεν μας βλέπει κανένας. Θα σε πείραζε για απόψε να κάνουμε σαν να ήμασταν ένα παντρεμένο ζευγάρι και να κάνουμε ότι κάνει ένα παντρεμένο ζευγάρι;
- Όχι πάτερ, δεν θα με πείραζε.
- Ε τότε σήκω πάνω και πάρε την μόνη σου την καταραμένη την κουβέρτα!