Συναντούνται δυο φίλοι μετά από καιρό.
- Τι κάνεις ρε Γιώργο; Πώς περνάς;
- Αστα ρε φίλε, πέθανε ο πατέρας μου.
- Ο πατέρας σου; Ένας τόσο υγιής άνθρωπος; Πώς; Δε μπορώ να το πιστέψω. Για πες μου τι έγινε;
- Να μωρέ, είχε χαλάσει η λάμπα της κουζίνας και ανέβηκε στην καρέκλα να την αλλάξει... Ξαφνικά όμως ήρθε το ρεύμα...
- Α, καλά, άσε μη μου πεις, κατάλαβα! Τον τίναξε το ρεύμα.
- Ναι, και έτσι όπως ήταν ζαλισμένος, έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του στην γώνια του τραπεζιού.
- Α, καλά,άσε μη μου πεις, κατάλαβα! Έμεινε στον τόπο.
- Οχι! Έτσι όπως ήταν ζαλισμένος, πήγε και έχωσε το κεφάλι του μέσα στην τηλεόραση.
- Α, καλά, άσε μη μου πεις, κατάλαβα! Τον έκαψε ζωντανό η τηλεόραση!
- Οχι! Έτσι όπως πολύ ήταν ζαλισμένος πήγε και έπεσε μέσα στα τζάμια του μπαλκονιού.
- Α, καλά, άσε, μη μου πεις! Τον πετσόκοψαν τα τζάμια.
- Οχι!
- Ε, καλά τότε πως πέθανε;
- Τον πυροβόλησε η μάνα μου για να μη διαλύσει το σπίτι.
Η δασκάλα του Τοτού ρωτάει τους μαθητές της:
- "θέλω να μου φτιάξετε μια πρόταση που να έχει μέσα τη λέξη μάλλον."
Σηκώνει το χέρι η Ελενίτσα.
- "Πες μας Ελενίτσα," λέει η δασκάλα.
- "Χθες πήγαμε με τους γονείς μου σε μια ταβέρνα, μάλλον πεινούσαμε."
- "Μπράβο Ελενίτσα," λέει η δασκάλα.
Σηκώνει το χέρι ο Κωστάκης.
- "Πες μας Κωστάκη," λέει η δασκάλα.
- "Προχθές πήγα με την οικογένεια μου στη παραλία, μάλλον έκανε ζέστη."
- "Μπράβο Κωστάκη," λέει η δασκάλα.
Απ` το τελευταίο θρανίο ο Τοτός σηκώνει το χέρι:
- "Κυρία, κυρία να πω και εγώ;"
- "Πες Τοτέ," λέει η δασκάλα.
- "Πριν μια βδομάδα πήγαμε με τους γονείς μου στο χωριό. Ξαφνικά βλέπω τη γιαγιά μου να βουτάει τους Ταϊμς του Λονδίνου και να ανηφορίζει το βουνό. Μάλλον πήγαινε για χέσιμο,.... γιατί η γιαγιά μου δεν ξέρει αγγλικά!!"