Ήταν μία γιαγιάκα και πήγε να πληρωθεί την σύνταξή της από την τράπεζα. Εκεί που έβγαινε, της αρπάζει ένας νεαρός την τσάντα και αρχίζει να τρέχει.
- Με κλέψανε, με κλέψανε, αρχίζει να φωνάζει η γιαγιά.
- Μην ανησυχείς, γιαγιά, λέει το Χελωνονιντζάκι. Θα σου την φέρω αμέσως!
Αρχίζει το Χελωνονιντάκι να τρέχει πίσω από τον τσαντάκια, και σε δύο λεπτά εμφανίζεται πίσω με την τσάντα.
- Ορίστε γιαγιά, η τσάντα σου!
- Αχ παιδί μου! Σε ευχαριστώ! Δεν ξέρω πως να σου το ξεπληρώσω!
- Μπα, δεν ήταν τίποτα, γιαγιά! Εσύ να είσαι καλά!
- Και πως σε λένε, παιδάκι μου;
- Χελωνονιντζάκι, γιαγιά!
- Χελωνονιντζάκι;! Α ρε, κάτι παλικάρια που βγάζει η Κρήτη!
Ένα αγοράκι πάει καθυστερημένο την Κυριακή πρωί στο Κατηχητικό.
Ο κατηχητής τον ρωτάει αν συνέβει τίποτε.
- Όχι, λέει το αγόρι, είχα πάει για ψάρεμα αλλά ο πατέρας μου είπε ότι έπρεπε να πάω στο κατηχητικό.
- Αλήθεια; λέει ο κατηχητής εντυπωσιασμένος. Σου εξήγησε ο πατέρας σου γιατί είναι πιο σημαντικό να πας κατηχητικό από ότι ψάρεμα;
- Ναι, λέει το αγόρι, μου εξήγησε ο πατέρας μου. Μου είπε ότι δεν είχε δόλωμα και για τους δυό μας...