Asteiakia

Απόλαυσε ένα ανέκδοτο

Άτυχος Αγρότης

Ήταν μια φορά ένας αγρότης, σε όλη του τη ζωή δούλευε σκληρά και σιγά σιγά από ένα χωραφάκι που είχε κατάφερε να αποκτήσει πολλά και να έχει πολλούς ανθρώπους για να τον βοηθάνε. Για να κάνει όμως μια τόσο μεγάλη περιουσία δεν είχε πάει ποτέ στη ζωή του διακοπές και γενικά δεν είχε χαρεί τίποτα στη ζωή του ούτε τα χρήματα που είχε κερδίσει ούτε την οικογένειά του.
Αποφάσισε λοιπόν μια φορά να πάει μόνος του διακοπές για ένα μήνα για να ξεκουραστεί και να ξεδώσει λιγάκι. Πριν φύγει λοιπόν έδωσε ρητή εντολή να μην τον ενοχλήσει κανείς εκτός και αν ήταν μεγάλη ανάγκη. Τους έδωσε λοιπόν έναν αριθμό τηλεφώνου στον οποίο θα μπορούσαν να τον βρουν μονάχα αν ήταν μεγάλη ανάγκη και έφυγε.
Μετά από μια βδομάδα χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ένας εργάτης του. «για σου αφεντικό» του λέει «σε πήρα για να σε ρωτήσω αν μπορώ να πάρω ένα καινούριο φτυάρι γιατί το παλιό μας έσπασε»
«μα καλά δεν σας είπα να μην με πάρετε τηλέφωνο για ασήμαντα πράγματα? Και στο κάτω κάτω πως έσπασε το φτυάρι μας αφού τα χωράφια μας έχουν χώμα με ελάχιστες πέτρες.» του απάντησε το αφεντικό.
«ε μα δεν σκάβαμε στα χωράφια μας αλλά στο βουνό.»
«και γιατί σκάβατε στο βουνό?»
«για να θάψουμε το σκύλο»
«πέθανε ο σκύλος? Μα καλά από τι?»
«αφηνιάσανε τα άλογα από τη φωτιά στο στάβλο και άρχισαν να τρέχουν και ποδοπάτησαν το σκύλο και τον σκότωσαν»
«έπιασε φωτιά ο στάβλος και γιατί έπιασε φωτιά?»
«ε… είχε πιάσει φωτιά στο σπίτι σας και μετά επεκτάθηκε και η φωτιά στο στάβλο»
«έπιασε φωτιά το σπίτι μου από τι?»
«ένα από τα κεράκια δίπλα στο φέρετρο της γυναίκας σας έπεσε κάτω και πήρε φωτιά το σπίτι»
«πέθανε η γυναίκα μου? Από τι?» ο καημένος είχε πια απηυδήσει.
«αυτοκτόνησε από τον καημό της όταν ο γιος σας πνίγηκε στο ποτάμι»
«πνίγηκε ο μοναχογιός μου στο ποτάμι!!! Μα καλά δεν έχεις τίποτα θετικό να μου πεις?»
Σκέφτεται για λίγο και του απάντα «ναι αμέ θυμάστε κάτι εξετάσεις AIDS που κάνατε? Ε θετικές είναι».




Τυχαίο ανέκδοτο

Ο μπάρμαν και ο γάϊδαρος

Μια μέρα μπαίνει ένας γάιδαρος μέσα σε ένα μπαρ και φαινόταν πολύ στεναχωρημένος. Ζητάει ένα ποτό το πίνει και αρχίζει να κλαίει. Έκλαιγε μια ώρα, δυο ώρες, τρεις ώρες και δεν σταματούσε. Τα παίρνει ο μπάρμαν και αρχίζει να τον παρακαλάει, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, δεν πειράζει, κάνε κουράγιο, ότι κι αν είναι θα περάσει, τίποτε αυτός. Αφού τα δοκίμασε όλα ο μπάρμαν, λέει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να κλαίει θα του δώσει 50 χιλιάρικα. Σηκώνεται τότε ένας, πλησιάζει τον γάιδαρο, του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί και αυτός ξεκαρδίζεται στα γέλια. Δίνει ο μπάρμαν τα πενήντα χιλιάρικα στον πελάτη. Ο γάιδαρος όμως συνέχισε να γελάει και δεν σταματούσε με τίποτα. Μετά από καμιά ώρα και αφού τα είχε πάρει άγρια ο μπάρμαν, ξαναφωνάζει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να γελάει θα έχει άλλα πενήντα. Ξανασηκώνεται ο ίδιος πελάτης, ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του γαιδάρου και βγαίνουν έξω από το μπαρ. Μετά από λίγα λεπτά μπαίνουν μέσα και ο γάιδαρος ξαναρχίζει να κλαίει. Αγανακτισμένος ο μπάρμαν δίνει τα λεφτά στον πελάτη αλλά τον ρωτάει τι είπε στο γάιδαρο και τον έκανε στην αρχή να γελάει και μετά να κλαίει. Οπότε του λέει ο πελάτης:
Στην αρχή του είπα πως τον έχω μεγαλύτερο από τον δικό του. Και μετά; ρωτάει ο μπάρμαν. Και μετά του τον έδειξα.