Ένας κύριος προχωρημένης ηλικίας αφήνει τη δουλειά του για να ασχοληθεί με το
αγαπημένο του σπορ: το τένις. Παίζει συνεχώς, από το πρωί ως το βράδυ, γράφεται
σε όλους τους συλλόγους και συμμετέχει σε όλα τα τουρνουά νικώντας ακόμα και
παίκτες πολύ νεότερούς του. Κάποια μέρα συναντά στο κλαμπ ένα διάσημο μέντιουμ
και αποφασίζει να ρωτήσει τι θα συναντήσει στην άλλη μεριά και, κυρίως να θα
μπορεί και εκεί να παίζει τένις.
Πηγαίνει λοιπόν και ρωτάει: "Σας παρακαλώ, ελάτε, αν μπορείτε, σε επαφή με τα
πνεύματα και πείτε μου: πώς περνάνε τον καιρό τους στην άλλη μεριά;"
Το μέντιουμ κλείνει τα μάτια και αυτοσυγκεντρώνεται:
"Λοιπόν, σας έχω καλά νέα. Μου λένε ότι υπάρχουν πολλά γήπεδα του τένις".
"Τι ωραία! Αλλά ρωτήστε, είναι από πλαστικό ή από τσιμέντο;"
"Μου λένε ότι το υλικό είναι άγνωστο σ εμάς, είναι όμως εκπληκτικό γιατί έχει
φοβερή ελαστικότητα".
Ο τενίστας κοντεύει να τρελαθεί απ τη χαρά του.
"Σας παρακαλώ, ρωτήστε. οι μπάλες πώς είναι; Κίτρινες ή άσπρες;"
"Οι μπάλες έχουν όλα τα χρώματα και οι άγγελοι κρατάνε το σκορ".
"Ρωτήστε επίσης αν έχουν τουρνουά."
Εδώ το μέντιουμ σοβαρεύει και του λέει: "Λοιπόν σας έχω και καλά και άσχημα
νέα."
"Πείτε πρώτα τα καλά".
"Διοργανώνουν τουρνουά κάθε βδομάδα. Καμιά φορά και πιο συχνά".
"Μα αυτό είναι καταπληκτικό! Και ποια είναι τα άσχημα νέα;"
"Είστε γραμμένος στο τουρνουά του επόμενου Σαββάτου".
Ένας παπάς και μία καλόγρια χάνονται σε μία χιονοθύελλα κι εκεί που περπατούσαν εντελώς αποπροσανατολισμένοι ξαφνικά βλέπουν ένα ωραίο σπίτι. Ανοίγουν την πόρτα και μπαίνουν μέσα, αλλά δεν ήταν κανείς. Δεν πειράζει σκέφτηκαν και πήγαν να κοιμηθούν, αλλά υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι κι έτσι ο παπάς το παραχώρησε στην καλόγρια και θα κοιμόταν ο ίδιος στο πάτωμα μέσα σε έναν υπνόσακο.
Εκεί που είχε ξαπλώσει αυτός και είχε κλείσει και το φερμουάρ του υπνόσακου, του λέει η καλόγρια:
- Πάτερ, κρυώνω.
- Αδερφή, κάτσε στο κρεβάτι, θα πάω να σου φέρω εγώ να σκεπαστείς.
Πάει μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα, της φέρνει μία κουβέρτα. Ξαναπέφτει για ύπνο στο πάτωμα, όταν μέσα σε δύο λεπτά:
- Πάτερ, ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, μην ανησυχείς, θα σου φέρω εγώ κουβέρτα.
Πάει πάλι μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα και της φέρνει κι άλλη κουβέρτα. Ξαναπέφτει για ύπνο, οπότε γυρνάει σε ένα λεπτό πάλι η καλόγρια:
- Πάτερ, κάνει πολύ κρύο γιατί εγώ ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, κοίτα. Είμαστε μόνοι μας στη μέση του πουθενά και δεν μας βλέπει κανένας. Θα σε πείραζε για απόψε να κάνουμε σαν να ήμασταν ένα παντρεμένο ζευγάρι και να κάνουμε ότι κάνει ένα παντρεμένο ζευγάρι;
- Όχι πάτερ, δεν θα με πείραζε.
- Ε τότε σήκω πάνω και πάρε την μόνη σου την καταραμένη την κουβέρτα!