Μια φορά, ο κ. Μητσοτάκης με τον κ. Παπανδρέου αποφάσισαν να πάνε στο προεδρικό μέγαρο για φαγητό. Εκεί βέβαια που είναι όλα επίσημα, είναι και όλα πανάκριβα. Δηλαδή χρυσά πιρούνια, χρυσά κουτάλια κλπ.
Κάποια στιγμή λοιπόν ο κ. Μητσοτάκης κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά, κανένας δεν τον έβλεπε. Πιάνει ένα πιρούνι και το βάζει στην τσέπη του. Ο κ. Παπανδρέου ζήλεψε και ήθελε και αυτός.
Κοιτάζει κι αυτός μήπως τον βλέπει κανείς, όλα εντάξει. Πάει να πιάσει το πιρούνι, αλλά επειδή αυτός ήταν και πιο μεγάλος σε ηλικία έτρεμε. Ακούει το γκαρσόνι το θόρυβο, πάει κοντά του και τον ρωτάει:
- "Θα θέλετε κάτι κύριε Αντρέα;"
- "Όχι παιδί μου ευχαριστώ".
Αρχισε τότε να γελάει ο κ. Μητσοτάκης. Μετά από λίγο ξαναπροσπάθησε ο κ. Παπανδρέου, αλλά πάλι άρχισε να τρέμει. Στο τέλος τσαντίζετε και φωνάζει στο γκαρσόνι:
- "Παιδί μου, θα σου δείξω μια ικανότητα που έχω, επειδή σε συμπαθώ. Πιάσε αυτό το πιρούνι και βάλτο στη τσέπη μου. Εντάξει;"
- "Εντάξει", λέει το γκαρσόνι.
- "Λοιπόν, πού είναι το πιρούνι;", ρωτάει ο Ανδρέας.
- "Στην τσέπη σας, κύριε Ανδρέα."
Και λέει τότε και ο Ανδρέας:
- "Καλά, πήγαινε τώρα να το βγάλεις από την τσέπη του κ. Μητσοτάκη!!!"
Ο Κωστίκας λέει μια μέρα στην υπηρέτριά του:
- "Κούλα πήγαινε σε παρακαλώ στο σταθμό να περιμένεις την πεθερά μου γιατί έχω μια επείγουσα δουλειά και δε θα μπορέσω να πάω να την πάρω. Βλέπεις, δεν ξέρει που βρίσκεται το σπίτι. Μόλις έρθει φέρτην εδώ. Πάρε και ένα χιλιάρικο για δώρο". Μόλις είδε τα λεφτά η Κούλα χάρηκε και ρώτησε τον αφεντικό της:
- "Εντάξει αφεντικό πηγαίνω, αλλά αν η πεθερά σου δεν έρθει;"
- "Τότε θα σου δώσω πεντοχίλιαρο και όχι χιλιάρικο."