Δύο συμμαθητές συναντιούνται μετά από πολύ καιρό. Ο ένας πενθεί. Κι ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
- Tι έγινε ρε; Ποιος πέθανε;
- Η μάνα μου. Μια μέρα εκεί που καθόταν μέσα στο σπίτι ακούει φασαρία. Βγαίνει στο μπαλκόνι να δει τι γίνεται, σκύβει, γλιστράει και πέφτει...
- Κι εκεί πέθανε;
-...Όχι έχει και συνέχεια. Από κάτω περνούσε ένα τσίρκο, έπεσε πάνω στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναπετάει πάνω, πάει να πιαστεί από την πόρτα φεύγει η πόρτα ξαναπέφτει κάτω...
- Κι εκεί πέθανε;
- Όχι. Ξαναπέφτει στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναστέλνει πάνω πάει να πιαστεί από τα κάγκελα του μπαλκονιού, σπάνε. Ξαναπέφτει κάτω...
Κι εκεί πέθανε;
- ΄Οχι. Ξαναπέφτει στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναστέλνει πάνω πάει να πιαστεί από τα κεραμίδια, κατεβάζει δυο σειρές κεραμίδια ξαναπέφτει κάτω, (μη με διακόψεις, δεν πέθανε εδώ), το τραμπολίνο την ξαναστέλνει πάνω κι εκεί βγαίνει ο πατέρας μου με την καραμπίνα και κουνώντας την σημαδεύει τη μάνα μου την πυροβολεί και φωνάζει:
- Μωρή θα μου το γκρεμίσεις το σπίτι!!
Ήταν ένας Ινδιάνος, ο Αετός Που Ξεκίνησε Από Τα Βουνά Και Πέταξε πάνω Από Τους Κάμπους Και Στο Τέλος Έπεσε Σε Μία Λίμνη.
Όμως επειδή ήταν τόσο μακρύ το όνομά του, κανένας δεν το θυμόταν.
Έτσι αποφάσισε να το αλλάξει.
Πήγε λοιπόν το ληξιαρχείο:
- Καλημέρα, θέλω να αλλάξω το όνομά μου.
- Μάλιστα. Πως σας λένε;
- Ο Αετός Που Ξεκίνησε Από Τα Βουνά Και Πέταξε πάνω Από Τους Κάμπους Και Στο Τέλος Έπεσε Σε Μία Λίμνη.
- Μάλιστα. Και πως θέλετε να το κάνετε;
- Μπλουμ!