Παίρνει ένας τύπος το παπόρι από τα Χανιά, Βγαίνει στον Πειραιά.
Παίρνει τον Ηλεκτρικό φτάνει στην Αθήνα. Παίρνει το τραίνο, φτάνει
στη Θεσσαλονίκη. Παίρνει το λεωφορείο, φτάνει στη Δράμα. Περπατάει
από εκεί φτάνει σε μια κορφή, περπατάει περπατάει περνά δεύτερη
κορφή, περνά ένα φυλάκιο, περνά και δεύτερο, βρίσκει μία καλύβα και
μέσα στην καλύβα μία γριά με κέρατα! Που είχε φτάσει; ...Στου διαόλου τη μάνα!
Ο Παναθηναϊκός χάνει άλλο ένα ματς και ο κόσμος αγανακτεί. Εισβάλλουν λοιπόν στα αποδυτήρια και γίνεται πανικός.
Τότε έρχεται μια ιδέα του Σαλπιγγιδη:
"Θα φέρω μια στολή αστυνομικού στα αποδυτήρια, ώστε όταν ξαναγίνουν επεισόδια, θα την φοράω και θα φεύγω άνετα!"
Όντως, την επόμενη φορά (όπως πάντα) ξαναγίνονται επεισόδια. Φοράει γρήγορα ο Σαλπιγγίδης τη στολή του μπάτσου, κανένας δεν τον αναγνωρίζει και φεύγει ανενόχλητος.
Στο δρόμο, του φωνάζει μια γριούλα:
- Σαλπιγγιδη, παιδάκι μου, μπορείς να με περάσεις απέναντι;
Τρελλαίνεται ο Σαλπιγγιδης. Καθώς την περνάει απέναντι, σκέφτεται:
- Καλά, εδώ ξέφυγα από τόσους οπαδούς που με βλέπουν συνέχεια και με γνωρίζουν, η γριά πώς με αναγνώρισε;;;
Την επόμενη αγωνιστική, ξανά χάνει ο βάζελος, ξανά επεισόδια, ξαναβάζει τη στολή του μπάτσου, φεύγει ανενόχλητος... Ξανά η γριά στο δρόμο:
- Σαλπιγγιδη, με περνάς σε παρακαλώ απέναντι;
Κόκκαλο ο Σαλπιγγιδης!
Την περνάει ξανά απέναντι, και φεύγοντας σκέφτεται:
"Την επόμενη φορά, θα την ρωτήσω πώς με αναγνωρίζει"
Έρχεται η επόμενη φορά, ξανά ήττα, ξανά επεισόδια, ξανά στολή, ξανά η γριά να την περάσει απέναντι.
Σαλπιγγιδης:
- Θα σε περάσω γιαγιά, αλλά πες μου σε παρακαλώ, εδώ δεν με αναγνωρίζουν οι οπαδοί, εσύ πώς με αναγνωρίζεις;
Κι η γριά:
- Σκάσε ρε βλάκα! Ο Γκούμας είμαι!!!