Ένας μελισσοκόμος μάζευε μέλι.
Ξέχασε όμως να κουμπώση καλά το φερμουάρ του παντελονιού του και τον τσίμπησε μιά μέλισσα στο πουλί του.
Πηγαίνει στο σπίτι καί λέει στή γυναίκα του:
- Φέρε γρήγορα ξύδι να βάλω απάνω μήπως ξεπρηστεί, γιατί πονάω πολύ.
Παει η γυναίκα να φέρει ξύδι καί περνώντας σταματάει στο εικονοστάσι και λέει:
- Κάνε το θαύμα σου, διώξε του τον πόνο, καί κράτα το πρήξιμο...
Είναι ένας Μεξικανός έξω από ένα μπαρ και κοιμάται.
Πάει ο Αγγελόπουλος, ο σκηνοθέτης, τον ξυπνάει και λέει:
- Φίλε με εμπνέεις τόσο πολύ! Θέλω να κάνω μαζί σου μία ταινία. Δεν θα κάνεις κάτι δύσκολο. Θα κοιμάσαι σε αυτήν την καρέκλα, και μετά θα σηκωθείς και σιγά-σιγά θα πας στην απέναντι καρέκλα, θα κάτσεις, θα ρίξεις ένα βλέμμα στην κάμερα και θα ξανακοιμηθείς.
Και απαντά ο Μεξικανός:
- Ρε συ, δεν θες ηθοποιό. Κασκαντέρ θέλεις.