Ο μικρός Γιαννάκης φωνάζει στη μαμά του από το κρεβάτι: - Μαμά,δώσε μου μια καραμέλα.
- Όχι, απαντά, κοιμήσου. Σε λίγο ξαναφωνάζει ο μικρός:
- Μαμά, δώσε μου μια καραμέλα.
- Γιάννη, λέει η μαμά του, αν δεν κοιμηθείς, θα έρθω να σε δείρω. Σε λίγο μια ψιλή φωνούλα ακούγεται:
- Μαμά, όταν θα έρθεις να με δείρεις, μου φέρνεις και μια καραμέλα;
Η γεροντοκόρη μένει μόνη της και για συντροφιά της έχει ένα παλιό πιάνο. Μια και δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει, κάθεται συχνά εμπρός από το πιάνο της και χτυπά τα πλήκτρα.
Ένα απόγευμα, την ώρα που παίζει, το κουδούνι της χτυπά. Αιφνιδιασμένη που έχει επισκέψεις, ανοίγει την πόρτα και βλέπει έναν γοητευτικό νεαρό άνδρα.
- Καλησπέρα σας, την προλαβαίνει ο νεαρός.
- Καλησπέρα, τι θα θέλατε;
- Είμαι ο κουρδιστής πιάνων. Ήρθα για το πιάνο σας, λέει χαμογελαστά.
- Μα εγώ δεν κάλεσα κανέναν κουρδιστή πιάνων.
- Το ξέρω κυρία μου. Οι γείτονές σας με κάλεσαν!