Σε κάποιο στρατόπεδο της Ελλάδας, αναλαμβάνει τα καθήκοντα του ο νέος διοικητής. Όπως είναι φυσικό του γίνεται η ενημερώσει για όλες τις δραστηριότητες της Μονάδας. Σε κάποια στιγμή του γίνεται και η ενημέρωση από τον υπεύθυνο Αξιωματικό για τις σκοπιές του στρατοπέδου:
- Έχουμε σκοπιά στη πύλη, στον όρχο κ.τ.λ και στο παγκάκι!!!!
- Στο παγκάκι; ρωτάει ο διοικητής, γιατί στο παγκάκι;
- Δεν ξέρω απαντάει ο Αξιωματικός, έτσι το βρήκαμε από τον προηγούμενο διοικητή.
Την επόμενη ημέρα ο νέος διοικητής τηλεφωνάει στον προηγούμενο και των ρωτάει για τη σκοπιά στο παγκάκι.
- Γιατί είχες σκοπιά στο παγκάκι;
- Δεν ξέρω, απαντάει, έτσι το βρήκα από τον προηγούμενο διοικητή.
Έκπληκτος ο διοικητής συνεχίζει την αναζήτηση και τηλεφωνάει στον προπροηγούμενο διοικητή, αλλά εισπράττει την ίδια απάντηση. Συνεχίζοντας της αναζήτηση από διοικητή σε διοικητή φτάνει στον διοικητή 20 χρόνια πριν ο οποίος είχε βάλει και τη σκοπιά.
- Καλημέρα σας είμαι νέος ο διοικητής του στρατοπέδου και θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι
- Παρακαλώ πείτε μου, γιατί είχατε ορίσει την σκοπιά στο παγκάκι;
Και απαντάει ο άλλος. Μη μου πείτε ότι δεν στέγνωσε ακόμα!!!
Ήταν μια γιαγιά και ένας παππούς που δεν είχαν παιδιά. Μια μέρα διάβασαν στην εφημερίδα ότι σε ένα σχολείο μπαίνεις μοσχάρι και βγαίνεις άνθρωπος. Βέβαια η εφημερίδα εννοούσε ότι μπαίνεις αγράμματος και βγαίνεις πανέξυπνος, ο γέρος και η γιαγιά όμως το κατάλαβαν στην κυριολεξία. Έτσι παίρνει ο παππούς το μοσχάρι από την αγελάδα, πάει στο σχολείο και λέει:
«Σας δίνω το μοσχάρι μου να το κάνετε άνθρωπο και θα έρθω να το πάρω σε 6 χρόνια», έτσι ευχαριστημένος πάει σπίτι. Στο μεταξύ στο σχολείο σφάζουν το μοσχάρι και το τρώνε. Μετά 6 χρόνια ο παππούς πάει στο σχολείο και σκέφτεται πως να φωνάξει το παιδί του αφού τώρα πια ήταν άνθρωπος. Μετά από σκέψη λέει ότι θέλει τον κύριο Μόσχα. Εν το μεταξύ, υπήρχε εκεί ένας καθηγητής με αυτό το όνομα. Τότε ο φύλακας του λέει:
«A, θέλετε τον καθηγητή Μόσχα.» Τότε ο παππούς παινεύεται από μέσα του. «Α, για δες το παιδί μου όχι μόνο μεγάλωσε αλλά έγινε και καθηγητής κιόλας.» Έρχεται ο καθηγητής και ο γέρος ανοίγει τα χέρια του και λέει: «Παιδί μου, έλα να σε αγκαλιάσω.»
Ο καθηγητής απορημένος λέει: «Τι λέτε κύριε, εγώ δεν είμαι ο γιος σας.»
« Γιε μου δε με θυμάσαι, ο πατέρας σου είμαι»
«Συγνώμη κύριε λάθος κάνετε.»
Ο παππούς στενοχωρημένος πάει σπίτι. Στο δρόμο όμως του ρχεται μια ιδέα. Παίρνει την αγελάδα και πάει ξανά στο σχολείο, ζητά πάλι τον κύριο Μόσχα και του λέει δείχνοντας την αγελάδα.
«Εμένα δε με θυμάσαι, τουλάχιστον την μάνα σου τη θυμάσαι!»