Κατεβαίνει ο Μανούσος κάθε Κυριακή από το Μιτάτο και πάει στη εκκλησία του χωριού στέκεται μπροστά στο τέμπλο,στην εικόνα του Αγίου Νικολάου και του λέει: "Aι Νικόλα κάνε ως την άλλη Κυριακή να έχω παντρευτεί". Έρχεται όμως η Κυριακή ο Μανούσος δεν έχει παντρευτεί αυτό γίνεται συνέχεια οπότε σκέφτεται και λέει: "Μπρε κι ο Aγιος φοβέρα θέλει" .Πάει πάλι στην εκκλησία στέκεται πάλι μπροστά στην εικόνα του Αγίου και του λέει αγριεμένος: "Γιάε Aι Νικόλα αν δεν έχω παντρευτεί ως την άλλη Κυριακή θα ρθω και θωρείς τη κατσούνα, θα σου κάνω την εικόνα χίλια κομμάτια," και φεύγει. Τον ακούει ο παπάς που ήτανε μέσα στο Ιερό και λέει:
"έχει γούστο ναρθεί ο τροζός να σπάσει την εικόνα". Και πιάνει και βγάζει την εικόνα από το τέμπλο και βάζει στη θέση της ένα μικρό εικονισματάκι του Αγίου Νικολάου.Έρχεται η άλλη Κυριακή οπότε καταφθάνει διαολισμένος ο Μανούσος στην Εκκλησία μπαίνει μέσα και πάει γραμμή στo τέμπλο θωρεί το μικρό εικονισματάκι του Αγίου σκύβει και του λέει αγριεμένος: "Μπρε Νικολιό που είναι ο μπαμπάς σου;"
Ο Κόναν ήθελε να σκοτώσει τον μάγο Σέθι που βρισκόταν σε ένα κάστρο.
Πάει να μπει ο Κόναν στο κάστρο, βλέπει μια τεράστια ξύλινη πόρτα.
Σπάει την ξύλινη πόρτα με την γροθιά του.
Προχωρά και βλέπει μία ακόμα πιο μεγάλη ξύλινη πόρτα.
Την σπάει και αυτήν με μία κλωτσιά.
Παρακάτω βλέπει μια σιδερένια πόρτα, πέφτει με δύναμη απάνω της, σπάει η σιδερένια πόρτα.
Μέσα στο δωμάτιο αυτό βρίσκεται ο μάγος και του λέει:
- Καλά όλα αυτά Κόναν, αλλά θα μπορούσες να ανοίξεις τις πόρτες από τα χερούλια τους...
- Α, μιλάς με γρίφους, μάγε...