Ήταν ένα μυρμήγκι στην παραλία, με γυαλί, τσιγάρο στο στόμα και φραπέ στο χέρι.
Εκεί που καθόταν και έβλεπε τα άλλα ζώα να κάνουν μπάνιο, βλέπει ότι και ο ελέφαντας έχει στήσει μία σκηνή.
Πάει στην σκηνή του ελέφαντα:
- Ελέφαντα, βγες έξω!
- Φοβάμαι μην με δείρεις!!
- Ρε άκουσες τι σου είπα; Βγες έξω πριν μπω μέσα!
- Εντάξει, εντάξει, βγαίνω.
Βγάζει το κεφάλι ο ελέφαντας και του λέει το μυρμήγκι:
- Βγες ολόκληρος έξω!
Βγαίνει ο ελέφαντας έξω τρέμοντας, τον κοιτάει καλά καλά το μυρμήγκι και του λέει:
- Καλά, ξαναμπές μέσα!
- Μα καλά, λέει ο ελέφαντας, τι με ήθελες;
- Ήθελα να βεβαιωθώ ότι δεν φόραγες το μαγιώ μου!
Αφο;y έβρεξε, λέει ο άνδρας:
- Ρε γυναίκα, άσε με να πάω για σαλιγκάρια στη Πεντέλη και πολύ νωρίς θα γυρίσω.
Η γυναίκα του τον αγριοκοιτάζει και ορθα κοφτά του λέει:
- Το πολύ στις 10 π.μ. θα είσαι σπίτι.
Ο άντρας όλο χαρά φεύγει κατά τις 4π.μ. μαζεύει τα σαλιγκάρια και κατά τις 7π.μ. ετοιμαζεται να επιστρέψει σπίτι όταν συναντά εναν παλιό φίλο. Μη τα πολυλογώ ο φίλος τον παρασερνει σε ένα ξενοδοχείο με δύο αλλοδαπές. Εξαντλημένος ο σύζυγος από δράση αποκοιμάται και όταν ξυπναει το ρολόι δείχνει 6 μ.μ.
"Πώ πώ τώρα τι λέμε στη αγριογυναίκα;"
Φτάνει σπίτι παταει το κουμπί του ασανσερ και από τη βιασύνη, σκονταφτει στο σκαλοπατάκι του ασανσέρ, πέφτει και του σκορπίζουν τα σαλιγκάρια.
Ακούει τον θόρυβο η γυνή, βγαίνει στην πόρτα, τον κόβει άγρια με βλοσυρό βλέμμα και πριν προλάβει να μιλήσει ακούει τον άνδρα να απευθύνεται στα σαλιγκάρια στο πάτωμα:
- Αντε ρε μανάρια μου! Λίγο ακόμα και φτάσαμε!!!