Σε ένα μπαρ πάει ένας στο μπάρμαν και του λέει.
-Μπάρμαν πιάσε δύο μπύρες για μένα και το φίλο μου.
Ο μπάρμαν έκπληκτος τον ρωτά:
-Θέλεις να σου δώσω τα ποτά τώρα ή θα περιμένεις και το φίλο σου;
-Ο φίλος μου εδώ είναι, και φλουπ βγάζει από τη τσέπη του ένα ανθρωπάκι.
Ο μπάρμαν έκπληκτος:
-Και μπορεί να πιει ολόκληρη μπύρα;
-Βέβαιος μπορεί.
Το ανθρωπάκι αρπάζει τη μπύρα και τη κατεβάζει με τη μια.
Ο μπάρμαν τότε λέει.
-Μιλάει;
-Και βέβαια μιλάει , αλλά όχι τόσο καλά όσο πριν πάμε για σαφάρι στην
Αφρική και να προσβάλει το
μάγο γιατρό!
Μια μέρα μπαίνει ένας γάιδαρος μέσα σε ένα μπαρ και φαινόταν πολύ στεναχωρημένος. Ζητάει ένα ποτό το πίνει και αρχίζει να κλαίει. Έκλαιγε μια ώρα, δυο ώρες, τρεις ώρες και δεν σταματούσε. Τα παίρνει ο μπάρμαν και αρχίζει να τον παρακαλάει, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, δεν πειράζει, κάνε κουράγιο, ότι κι αν είναι θα περάσει, τίποτε αυτός. Αφού τα δοκίμασε όλα ο μπάρμαν, λέει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να κλαίει θα του δώσει 50 χιλιάρικα. Σηκώνεται τότε ένας, πλησιάζει τον γάιδαρο, του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί και αυτός ξεκαρδίζεται στα γέλια. Δίνει ο μπάρμαν τα πενήντα χιλιάρικα στον πελάτη. Ο γάιδαρος όμως συνέχισε να γελάει και δεν σταματούσε με τίποτα. Μετά από καμιά ώρα και αφού τα είχε πάρει άγρια ο μπάρμαν, ξαναφωνάζει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να γελάει θα έχει άλλα πενήντα. Ξανασηκώνεται ο ίδιος πελάτης, ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του γαϊδάρου και βγαίνουν έξω από το μπαρ. Μετά από λίγα λεπτά μπαίνουν μέσα και ο γάιδαρος ξαναρχίζει να κλαίει. Αγανακτισμένος ο μπάρμαν δίνει τα λεφτά στον πελάτη αλλά τον ρωτάει τι είπε στο γάιδαρο και τον έκανε στην αρχή να γελάει και μετά να κλαίει. Οπότε του λέει ο πελάτης: Στην αρχή του είπα πως τον έχω μεγαλύτερο από τον δικό του. Και μετά; ρωτάει ο μπάρμαν. Και μετά του τον έδειξα.