Ηταν ενα ζευγαρι το οποιο εκανε ενα αγορακι οταν ηρθε η ωρα να το βαπτισουν η μαμα ηθελε να τον ονομαση νικο ενω ο πατερασ λουκα και ετσι για να μην μαλωνουν τον ονομασαν λουκανικο.
Ήταν ένα ήσυχο βράδυ σε ένα μπαρ.
Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν μέσα τα μακαρόνια.
Μετά από λίγο ξανανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα η μπεσαμέλ.
Τέλος ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο κιμάς:
Και λέει ο μπάρμαν:
- Αμάν ρε παστίτσιο! Πάλι κομμάτια ήρθες;